359 αποτελέσματα για «平»
平庭 ひらにわ
ουσιαστικό
- 01 επίπεδος κήπος
平和協定 へいわきょうてい
ουσιαστικό
- 01 ειρηνευτική συμφωνία
平叙文 へいじょぶん
ουσιαστικό
- 01 αποφαντική πρόταση
平均給与 へいきんきゅうよ
ουσιαστικό
- 01 μέσος μισθός
平蜘蛛のよう ひらぐものよう
άλλο, επίθετο
- 01 πέφτω μπρούμυτα
平均結婚年齢 へいきんけっこんねんれい
ουσιαστικό
- 01 μέση ηλικία γάμου
平底船 ひらぞこぶね
ουσιαστικό
- 01 πλοίο με επίπεδη γάστρα, φορτηγίδα, μαούνα
平家蟹 へいけがに
ουσιαστικό
- 01 χέικε γκάνι (είδος κάβουρα που φέρει στο καβούκι του σχέδια που μοιάζουν με ανθρώπινο πρόσωπο)
平曲 へいきょく
ουσιαστικό
- 01 αφήγηση του Χέικε Μονογκατάρι με συνοδεία μπίβα
平均余命 へいきんよめい
ουσιαστικό
- 01 προσδόκιμο ζωής
平年作 へいねんさく
ουσιαστικό
- 01 φυσιολογική σοδειά
平温 へいおん
ουσιαστικό
- 01 συνήθης θερμοκρασία
平気で へいきで
επίρρημα
- 01 ατάραχα, ψύχραιμα, χωρίς τύψεις, αδίστακτα, ανέμελα, αμετανόητα, δίχως δισταγμό
平政 ひらまさ
ουσιαστικό
- 01 χιραμάσα (είδος ψαριού, Seriola lalandi)
平滑化 へいかつか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξομάλυνση (δεδομένων)
平炉 ひらろ
ουσιαστικό
- 01 καμίνι τύπου open-hearth
平価 へいか
ουσιαστικό
- 01 κανονικές τιμές, ισοτιμία, άρτια αξία
平水夫 へいすいふ
ουσιαστικό
- 01 ναύτης του πρωραίου ιστού, απλός ναύτης
平角 へいかく
ουσιαστικό
- 01 ευθεία γωνία
平和国 へいわこく
ουσιαστικό
- 01 ειρηνική χώρα