184 αποτελέσματα για «意»
意馬 いば
ουσιαστικό
- 01 ανεξέλεγκτος
意臨 いりん
ουσιαστικό
- 01 αντιγραφή καλλιγραφίας χωρίς προσκόλληση στο πρότυπο, ελεύθερη αντιγραφή
意味が通らない いみがとおらない
επίθετο
- 01 ακατάληπτος, που δεν βγάζει νόημα
意を得ない いをえない
άλλο, επίθετο
- 01 πέρα από την αντίληψη κάποιου, δυσνόητος
意味の関係理論 いみのかんけいりろん
ουσιαστικό
- 01 σχεσιακή θεωρία της σημασίας
意味原理 いみげんり
ουσιαστικό
- 01 αρχή σημασιολογίας
意味部門 いみぶもん
ουσιαστικό
- 01 σημασιολογικό στοιχείο
意味役割 いみやくわり
ουσιαστικό
- 01 σημαντικός ρόλος
意味上の主語 いみじょうのしゅご
ουσιαστικό
- 01 λογικό υποκείμενο
意味上の目的語 いみじょうのもくてきご
ουσιαστικό
- 01 σημασιολογικό αντικείμενο
意思能力 いしのうりょく
ουσιαστικό
- 01 πνευματική ικανότητα
意字 いじ
ουσιαστικό
- 01 ιδεόγραμμα
意味をなさない いみをなさない
άλλο
- 01 δεν βγάζει νόημα, ανούσιος
意匠惨憺 いしょうさんたん
ουσιαστικό
- 01 καταβάλλω επίπονες προσπάθειες για την επινόηση κάτι νέου, βασανίζομαι για τον σχεδιασμό ή τη δημιουργία κάτι, πασχίζω να βρω αποτελεσματικούς τρόπους και μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού
意思確認書 いしかくにんしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο πρόθεσης
意志未来 いしみらい
ουσιαστικό
- 01 βουλητικό μέλλον
意思決定支援システム いしけっていしえんシステム
ουσιαστικό
- 01 σύστημα υποστήριξης αποφάσεων, DSS
意味ネットワーク いみネットワーク
ουσιαστικό
- 01 σημαντικό δίκτυο (τεχνητή νοημοσύνη)
意味分析 いみぶんせき
ουσιαστικό
- 01 σημασιολογική ανάλυση
意符 いふ
ουσιαστικό
- 01 μέρος ενός κάντζι του οποίου ο ρόλος είναι κυρίως να δηλώνει το νόημα (σε αντίθεση με την προφορά)