184 αποτελέσματα για «成»
成りすまし なりすまし
ουσιαστικό
- 01 υποκλοπή ταυτότητας, υποποίηση (προσώπου)
- 02 πλαστογράφηση, παραποίηση (π.χ. email)
成り行き注文 なりゆきちゅうもん
ουσιαστικό
- 01 εντολή αγοράς, εντολή χωρίς όριο τιμής
成典 せいてん
ουσιαστικό
- 01 νομοθετικός κώδικας, καθιερωμένα τελετουργικά
成り角 なりかく
ουσιαστικό
- 01 προαγόμενος αξιωματικός (στο σκάκι shogi)
成らしめる ならしめる
ρήμα
- 01 καθιστώ, επιτρέπω να γίνει
成長事業 せいちょうじぎょう
ουσιαστικό
- 01 επιχείρηση υψηλής ανάπτυξης
成果主義賃金体系 せいかしゅぎちんぎんたいけい
ουσιαστικό
- 01 μισθολογικό σύστημα βάσει της απόδοσης
成熟分裂 せいじゅくぶんれつ
ουσιαστικό
- 01 μείωση
成文憲法 せいぶんけんぽう
ουσιαστικό
- 01 γραπτό σύνταγμα, κωδικοποιημένο σύνταγμα
成長面 せいちょうめん
ουσιαστικό
- 01 επιφάνεια ανάπτυξης
成績書 せいせきしょ
ουσιαστικό
- 01 αναλυτική βαθμολογία (ειδικά για σχολικούς βαθμούς), αναφορά αποτελεσμάτων
成幼虫 せいようちゅう
ουσιαστικό
- 01 τέλεια και προνυμφικά στάδια (για παράδειγμα ενός εντόμου)
成年被後見人 せいねんひこうけんにん
ουσιαστικό
- 01 ενήλικος τελών υπό δικαστική συμπαράσταση
成長市場 せいちょうしじょう
ουσιαστικό
- 01 αναπτυσσόμενη αγορά, αγορά σε ανάπτυξη
成分無調整牛乳 せいぶんむちょうせいぎゅうにゅう
ουσιαστικό
- 01 μη ομογενοποιημένο γάλα
成屋蘭 なりやらん
ουσιαστικό
- 01 ναριγιαράν (είδος ορχιδέας, Arundina graminifolia)
成型肉 せいけいにく
ουσιαστικό
- 01 αναδομημένο κρέας, αναδομημένη μπριζόλα
成人ADHD せいじんエーディーエイチディー
ουσιαστικό
- 01 διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας ενηλίκων, ΔΕΠΥ ενηλίκων
成年年齢 せいねんねんれい
ουσιαστικό
- 01 ενήλικη ηλικία, ηλικία ενηλικίωσης
成功体験 せいこうたいけん
ουσιαστικό
- 01 επιτυχημένη εμπειρία, βίωση επιτυχίας