194 αποτελέσματα για «教»

教派神道 きょうはしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 Κιοχά Σιντό, ομάδα λαϊκών θρησκευτικών αιρέσεων, σε αντίθεση με το Κρατικό Σιντό και το μετέπειτα Σιντό των Ιερών
教会暦 きょうかいれき

ουσιαστικό

  1. 01 εκκλησιαστικό ημερολόγιο
教習生 きょうしゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευόμενος, μαθητευόμενος
教旨 きょうし

ουσιαστικό

  1. 01 δόγμα, διδασκαλία, αρχή
教護院 きょうごいん

ουσιαστικό

  1. 01 αναμορφωτήριο, ίδρυμα αγωγής ανηλίκων
教科書問題 きょうかしょもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 διαμάχη για τα σχολικά βιβλία (δηλαδή ιστορικά κείμενα που αποφεύγουν αναφορές σε πράξεις του ιαπωνικού στρατού κ.λπ.)
教唆者 きょうさしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκινητής
教育漢字 きょういくかんじ

ουσιαστικό

  1. 01 τα 1.026 κάντζι που διδάσκονται στα ιαπωνικά δημοτικά σχολεία
教育相 きょういくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός παιδείας
教唆罪 きょうさざい

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική υποκίνηση
教相判釈 きょうそうはんじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ταξινόμηση των σούτρα και των διδασκαλιών τους (κιοσό-χαντζάκου)
教区学校 きょうくがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ενοριακό σχολείο, εκκλησιαστικό σχολείο
教具 きょうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικά μέσα, εποπτικά μέσα διδακτικά μέσα
教会旋法 きょうかいせんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 εκκλησιαστικοί τρόποι
教育免許 きょういくめんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια διδασκαλίας, πιστοποιητικό εκπαιδευτικού
教護 きょうご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναμορφωτική αγωγή ανηλίκων
教籍 きょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 εκκλησιαστική ιδιότητα μέλους
教えて君 おしえてくん

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που ζητά απαντήσεις από άλλους χωρίς να κάνει πρώτα δική του έρευνα
教唆扇動 きょうさせんどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκίνηση και συνέργεια
教育産業 きょういくさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικός κλάδος, βιομηχανία της εκπαίδευσης