178 αποτελέσματα για «早»
早緑月 さみどりづき
ουσιαστικό
- 01 πρώτος σεληνιακός μήνας
早苗月 さなえづき
ουσιαστικό
- 01 πέμπτος σεληνιακός μήνας
早花咲月 さはなさづき
ουσιαστικό
- 01 τρίτος σεληνιακός μήνας
早々 はやはや
επίρρημα
- 01 γρήγορα, σύντομα
早稲女 わせじょ
ουσιαστικό
- 01 φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Γουασέντα, απόφοιτη του Πανεπιστημίου Γουασέντα
早付け木 はやつけぎ
ουσιαστικό
- 01 προσάναμμα (για το άναμμα της φωτιάς)
早期警戒情報 そうきけいかいじょうほう
ουσιαστικό
- 01 κοινή έγκαιρη προειδοποίηση, σύστημα βασισμένο σε ραντάρ και δορυφόρους για την ανίχνευση επιθέσεων με πυραύλους κ.ά.
- 02 πληροφορία έγκαιρης προειδοποίησης για ακραία καιρικά φαινόμενα
早尚 そうしょう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πρόωρη εμφάνιση, πρώιμη εκδήλωση
早御飯 はやごはん
ουσιαστικό
- 01 πρωινό γεύμα, πρωινό
早池峰薄雪草 はやちねうすゆきそう
ουσιαστικό
- 01 Χαγιατσίνε-ουσουγιουκισό (είδος φυτού που σχετίζεται με το εντελβάις)
早発性脱毛症 そうはつせいだつもうしょう
ουσιαστικό
- 01 πρόωρη αλωπεκία
早拵え はやごしらえ
ουσιαστικό
- 01 πρόχειρα φτιαγμένο αντικείμενο, αντικείμενο ταχείας κατασκευής, αυτοσχέδιο είδος
- 02 ηθοποιός που ντύνεται και μακιγιάρεται βιαστικά
早ければ はやければ
άλλο
- 01 το νωρίτερο, αν πάνε όλα καλά, αν δεν παρεμβληθεί κάτι απρόοπτο
早雪 そうせつ
ουσιαστικό
- 01 πρώιμη χιονόπτωση (σε σύγκριση με μια μέση χρονιά)
早炊き はやだき
ουσιαστικό
- 01 γρήγορο μαγείρεμα (ρυζιού) (π.χ. με χρήση της λειτουργίας γρήγορου μαγειρέματος σε μια συσκευή μαγειρέματος ρυζιού), γρήγορο μαγείρεμα
早バレ はやバレ
ουσιαστικό
- 01 πρόωρη διαρροή πληροφοριών ή περιεχομένου (manga, anime κ.λπ.) πριν από επίσημη ανακοίνωση ή κυκλοφορία
早漬け はやづけ
ουσιαστικό
- 01 λαχανικά τουρσί που έχουν ετοιμαστεί γρήγορα
早慶上智 そうけいじょうち
ουσιαστικό
- 01 Σοκέι Τζότσι (τρεις εξαιρετικά επιλεκτικές ιδιωτικές πανεπιστημιακές σχολές στο Τόκιο: Πανεπιστήμιο Ουασέντα, Πανεπιστήμιο Κέιο και Πανεπιστήμιο Σόφια)
早慶上理 そうけいじょうり
ουσιαστικό
- 01 Βασέντα, Κέιο, Σόφια και Πανεπιστήμιο Επιστημών του Τόκιο (τέσσερα ιδιωτικά πανεπιστήμια του Τόκιο με υψηλές απαιτήσεις εισαγωγής)
早牛 はやうし
ουσιαστικό
- 01 γρήγορη αγελάδα, γρήγορο βόδι