288 αποτελέσματα για «時»

時を得た ときをえた

άλλο

  1. 01 έγκαιρος, κατάλληλος, επίκαιρος
時代区分 じだいくぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαίρεση της ιστορίας σε περιόδους, περιοδολόγηση (στην ιστορία)
時計じかけのオレンジ とけいじかけのオレンジ

ουσιαστικό

  1. 01 Κουρδιστό πορτοκάλι (ταινία του 1971 σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κιούμπρικ)
時雨煮 しぐれに

ουσιαστικό

  1. 01 παρασκεύασμα από θαλασσινά ή άλλα υλικά, συντηρημένο με μίριν, τζίντζερ και σάλτσα σόγιας
時間転移 じかんてんい

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική μετατόπιση
時代祭 じだいまつり

ουσιαστικό

  1. 01 Γιορτή των Εποχών (διεξάγεται στο ιερό Χεϊάν Τζινγκού στο Κιότο στις 22 Οκτωβρίου), Φεστιβάλ Τζιντάι
時間効果 じかんこうか

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική επίδραση
時間外勤務 じかんがいきんむ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερωρία, εργασία που πραγματοποιείται εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας
時代思潮 じだいしちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα της εποχής
時代相 じだいそう

ουσιαστικό

  1. 01 φάσεις της εποχής
時宜を得る じぎをえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι την κατάλληλη στιγμή, είμαι επίκαιρος, είμαι ευκαιριακός
時間貸し じかんかし

ουσιαστικό

  1. 01 χρέωση με την ώρα (κυρίως για στάθμευση)
時間別 じかんべつ

άλλο

  1. 01 διαφοροποιημένος ανά ώρα
時衆 じしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σύναξη μοναχών και λαϊκών (σε τελετή, κήρυγμα κ.λπ.)
  2. 02 μοναχοί και λαϊκοί της αίρεσης Τζισού
時間の歪み じかんのひずみ

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική στρέβλωση
時の氏神 ときのうじがみ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή για να βοηθήσει
時代感覚 じだいかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση της εποχής, πνεύμα των καιρών
時分時 じぶんどき

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα φαγητού
時短営業 じたんえいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία με μειωμένο ωράριο
時代色 じだいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστικά μιας εποχής