347 αποτελέσματα για «最»

最大化 さいだいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγιστοποίηση
最大公約数 さいだいこうやくすう

ουσιαστικό

  1. 01 μέγιστος κοινός διαιρέτης, ΜΚΔ
最高齢 さいこうれい

ουσιαστικό

  1. 01 γηραιότερος, μεγαλύτερος σε ηλικία
最西端 さいせいたん

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικότατο άκρο (σημείο, άκρη, κ.λπ.)
最恐 さいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ο πιο τρομακτικός, ο πιο φοβερός
最下段 さいかだん

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτατο σκαλοπάτι, τελευταία γραμμή, τελευταία στήλη, κάτω σειρά (π.χ. συρταριών)
最終電車 さいしゅうでんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο τρένο της ημέρας
最右翼 さいうよく

ουσιαστικό

  1. 01 κυρίαρχο πρόσωπο, κορυφαίο άτομο, ισχυρότερος διεκδικητής
  2. 02 άκρα δεξιά, ακροδεξιός εξτρεμιστής, ριζοσπαστική δεξιά πτέρυγα
最終予選 さいしゅうよせん

ουσιαστικό

  1. 01 τελικός προκριματικός γύρος
最年長者 さいねんちょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ο γηραιότερος άνθρωπος
最低賃金 さいていちんぎん

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτατος μισθός
最高会議 さいこうかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο συμβούλιο
  2. 02 Ανώτατο Σοβιέτ (πρώην ΕΣΣΔ)
最小化 さいしょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελαχιστοποίηση
最低気温 さいていきおん

ουσιαστικό

  1. 01 ελάχιστη θερμοκρασία, κατώτατη θερμοκρασία, χαμηλό (της ημέρας)
最東端 さいとうたん

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολικότερο άκρο (σημείο, άκρη, κ.λπ.)
最安値 さいやすね

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό χαμηλό, χαμηλότερη τιμή όλων των εποχών
  2. 02 χαμηλότερη τιμή, η πιο φθηνή τιμή (π.χ. σε καταστήματα)
最後っ屁 さいごっぺ

ουσιαστικό

  1. 01 βρωμογόνο, δυσοσμία που εκπέμπεται από τους πρωκτικούς αδένες μιας φοβισμένης νυφίτσας
  2. 02 τελευταία απελπισμένη κίνηση
最終結果 さいしゅうけっか

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό αποτέλεσμα
最終報告 さいしゅうほうこく

ουσιαστικό

  1. 01 τελική αναφορά
最優秀選手 さいゆうしゅうせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυτιμότερος παίκτης, MVP