292 αποτελέσματα για «木»

木挽き こびき

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλουργός που πριονίζει ξυλεία
木から落ちた猿 きからおちたさる

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που έχασε κάτι στο οποίο βασιζόταν, μαϊμού που έπεσε από το δέντρο
木綿針 もめんばり

ουσιαστικό

  1. 01 βελόνα ραψίματος για βαμβακερή κλωστή
木煉瓦 もくれんが

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο τουβλάκι
木星型惑星 もくせいがたわくせい

ουσιαστικό

  1. 01 αέριος γίγαντας (Δίας, Κρόνος)
  2. 02 γιγάντιος πλανήτης (Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδώνας), πλανήτης τύπου Δία
木版刷り もくはんずり

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλογραφία, ξυλότυπο
木深い こぶかい

επίθετο

  1. 01 βαθιά στο δάσος
木仏 きぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο άγαλμα του Βούδα
木蝋 もくろう

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό κερί, ιαπωνικό κερί, κερί σουμάκ
木の葉虫 このはむし

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοειδές έντομο (ιδίως το είδος Φίλλιο το καλλίφυλλο)
木綿物 もめんもの

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακερά είδη ή ενδύματα
木食上人 もくじきしょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 ιερωμένοι που απέχουν από το κρέας και τις μαγειρεμένες τροφές
木金土 もくきんど

ουσιαστικό

  1. 01 Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο
木殺し きごろし

ουσιαστικό

  1. 01 κοπάνισμα των άκρων ξύλινων σανίδων για την ένωσή τους
木炭車 もくたんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα που κινείται με αέριο ξυλάνθρακα
木彫り職人 きぼりしょくにん

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλογλύπτης
木叢 こむら

ουσιαστικό

  1. 01 πυκνή βλάστηση, θαμνώδης έκταση
木の子 きのこ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κινόκο, δαιμονικό ον των βουνών που μοιάζει με παιδί
木炭画 もくたんが

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο με κάρβουνο
木鋏 きばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλίδι κλαδέματος