197 αποτελέσματα για «横»

横這いガラガラ蛇 よこばいガラガラへび

ουσιαστικό

  1. 01 κερασφόρος κροταλίας
横の物を縦にもしない よこのものをたてにもしない

άλλο

  1. 01 τεμπέλης που δεν κουνιέται ούτε για τα απολύτως απαραίτητα
横褌 よこみつ

ουσιαστικό

  1. 01 η δεξιά ή αριστερή πλευρά της ζώνης (μαβάσι) ενός παλαιστή σούμο (ρικίσι)
横綱稽古 よこづなけいこ

ουσιαστικό

  1. 01 προπονητική συνεδρία στην οποία παρίσταται ο γιοκοζούνα
横綱の器 よこづなのうつわ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πνευματικά χαρακτηριστικά που αναμένονται από έναν γιοκοζούνα (πρωταθλητή σούμο)
横条笛鯛 よこすじふえだい

ουσιαστικό

  1. 01 γιοκοσουτζί-φουεντάι (είδος ψαριού, Lutjanus ophuysenii)
横ずれ断層 よこずれだんそう

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια μετατοπιστικό ρήγμα
横ずれ よこずれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οριζόντια τριβή, οριζόντια μετατόπιση (ρήγματος)
横レス よこレス

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολή σε συζήτηση (σε πίνακα μηνυμάτων, λίστα αλληλογραφίας κ.λπ.), απάντηση από κάποιον που παρεμβλήθηκε σε συζήτηση
横川吸虫 よこがわきゅうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γιοκογκάβα κυούτσου (είδος εντερικού τρηματώδους)
横足 よこあし

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια κίνηση (ιππικός βηματισμός)
横倍角 よこばいかく

ουσιαστικό

  1. 01 διπλάσιο πλάτος (χαρακτήρα ή κειμένου)
横箸 よこばし

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση των δύο ξυλακιών φαγητού και χρήση τους σαν κουτάλι (παραβίαση της εθιμοτυπίας για τα ξυλάκια)
横断的データ おうだんてきデータ

ουσιαστικό

  1. 01 διαστρωματικά δεδομένα
横縞黒鯛 よこしまくろだい

ουσιαστικό

  1. 01 μονοτάξις ο μεγαλοφθαλμός, μεγάφθαλμος αυτοκράτορας
横パイ よこパイ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαϊνό στήθος (το μέρος του γυναικείου στήθους που αποκαλύπτεται από τα ρούχα)
横兵庫 よこひょうご

ουσιαστικό

  1. 01 γιοκοχιόγκο, υπερβολικό γυναικείο χτένισμα που έφεραν οι εταίρες οϊράν
横山神道 よこやましんとう

ουσιαστικό

  1. 01 Γιοκογιάμα Σίντο (σχολή του Σιντοϊσμού της περιόδου Έντο που προωθήθηκε από τον Μασάε Γιοκογιάμα)
横側頭回 おうそくとうかい

ουσιαστικό

  1. 01 εγκάρσιες κροταφικές έλικες, εξογκώματα στον εγκεφαλικό φλοιό, έλικες του Χέσελ, έλικες του Χέσελ
横周 おうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος