660 αποτελέσματα για «水»

水口 みずぐち

ουσιαστικό

  1. 01 στόμιο εκροής νερού
水晶体 すいしょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κρυσταλλοειδής φακός (του ματιού)
水木 みずき

ουσιαστικό

  1. 01 μιζούκι (είδος κρανιάς, Cornus controversa)
水戸黄門 みとこうもん

ουσιαστικό

  1. 01 Μίτο Κόμον (τηλεοπτική δραματική σειρά εποχής· 1969-2011)
水かき みずかき

ουσιαστικό

  1. 01 μεμβράνη ανάμεσα στα δάχτυλα χεριών ή ποδιών
  2. 02 κουπί, πτερύγιο κουπιού
水も滴る みずもしたたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι εξαιρετικά γοητευτικός
水道の水 すいどうのみず

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 νερό βρύσης
水を満たす みずをみたす

άλλο, ρήμα

  1. 01 γεμίζω (ένα ποτήρι) με νερό
水入り みずいり

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγόλεπτη διακοπή του αγώνα σούμο που χορηγείται στους παλαιστές όταν μια αναμέτρηση διαρκεί πολύ ώρα
水菜 みずな

ουσιαστικό

  1. 01 μιζούνα (είδος ιαπωνικού χόρτου, Brassica rapa var. nipposinica), ιαπωνική μουστάρδα
  2. 02 ελατοστήμων ο σκιαδοφόρος ο μείζων (είδος φυτού συγγενές με τις τσουκνίδες)
水平飛行 すいへいひこう

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια πτήση
水陸 すいりく

ουσιαστικό

  1. 01 στεριά και θάλασσα
水道代 すいどうだい

ουσιαστικό

  1. 01 λογαριασμός νερού
水銀灯 すいぎんとう

ουσιαστικό

  1. 01 υδραργυρική λυχνία
水ぶくれ みずぶくれ

ουσιαστικό

  1. 01 φουσκάλα
水入れ みずいれ

ουσιαστικό

  1. 01 δοχείο νερού
水がかかる みずがかかる

ρήμα

  1. 01 περιχύνω με νερό, ποτίζω
水練 すいれん

ουσιαστικό

  1. 01 εξάσκηση στην κολύμβηση
水屋 みずや

ουσιαστικό

  1. 01 κρήνη καθαρμού σε ναούς και ιερά
  2. 02 κουζίνα
  3. 03 ντουλάπι κουζίνας
  4. 04 δωμάτιο δίπλα σε αίθουσα τελετής τσαγιού, όπου πλένονται τα σκεύη
  5. 05 πωλητής πόσιμου νερού
  6. 06 κτίριο για καταφύγιο κατά τη διάρκεια πλημμύρας
水出し みずだし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκχύλιση εν ψυχρώ (καφές, τσάι, κ.λπ.)· εμβάπτιση σε κρύο νερό