147 αποτελέσματα για «浮»

浮き牌 うきはい

ουσιαστικό

  1. 01 αδέσμευτο πλακίδιο, αχρησιμοποίητο πλακίδιο, πλακίδιο που δεν αποτελεί μέρος συνδυασμού
浮気男 うわきおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 άπιστος άνδρας, γυναικάς
浮き彫りにする うきぼりにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανάγλυφα σκαλίζω, δημιουργώ ανάγλυφο
  2. 02 προβάλλω, τονίζω, αναδεικνύω
浮きこぼれ うきこぼれ

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα αποξένωσης και περιθωριοποίησης που βιώνουν οι μαθητές με υψηλές ακαδημαϊκές ικανότητες
  2. 02 χαρισματικός μαθητής, μαθητής με υψηλές επιδόσεις
浮き球 うきだま

ουσιαστικό

  1. 01 γυάλινος σημαντήρας
  2. 02 μπάλα στον αέρα (ποδόσφαιρο)
浮かれポンチ うかれぽんち

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος που παρασύρεται (π.χ. από τον έρωτα ή την επιτυχία), ευμετάβλητος άνθρωπος, επιπόλαιο άτομο
  1. 01 επιπλέων
  2. 02 επιπλέω
  3. 03 αναδύομαι