194 αποτελέσματα για «消»

消費パターン しょうひパターン

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο κατανάλωσης
消費者関係 しょうひしゃかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 σχέσεις καταναλωτών
消費者市場 しょうひしゃしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά καταναλωτών
消費者支出 しょうひしゃししゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτική δαπάνη
消費者受容 しょうひしゃじゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτική αποδοχή
消費者需要 しょうひしゃじゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτική ζήτηση
消費者心情 しょうひしゃしんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτικό κλίμα
消費者文化 しょうひしゃぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτική κουλτούρα
消費者保護法 しょうひしゃほごほう

ουσιαστικό

  1. 01 νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή
消費関数 しょうひかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συναρτηση καταναλωσης
消費者余剰 しょうひしゃよじょう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτικό πλεόνασμα
消費者志向 しょうひしゃしこう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτικός προσανατολισμός
消費者信用保護法 しょうひしゃしんようほごほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος προστασίας καταναλωτικής πίστης
消防カバー しょうぼうカバー

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστική κουβέρτα
消灯令 しょうとうれい

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση κυκλοφορίας, νυχτερινό σβήσιμο φώτων
消去ヘッド しょうきょヘッド

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλή διαγραφής (σε μαγνητόφωνο)
消去可能記憶装置 しょうきょかのうきおくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 διαγράψιμο μέσο αποθήκευσης
消光比 しょうこうひ

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος απόσβεσης
消磁器 しょうじき

ουσιαστικό

  1. 01 απομαγνητιστής, συσκευή απομαγνητισμού
消費側非同期手続き しょうひがわひどうきてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτής