178 αποτελέσματα για «独»
独歩高 どっぽだか
ουσιαστικό
- 01 μεμονωμένη άνοδος σε μια αργή ή πτωτική αγορά (μετοχές, συνάλλαγμα κ.λπ.)
独習書 どくしゅうしょ
ουσιαστικό
- 01 αυτοδίδακτο εγχειρίδιο ή βιβλίο
独立宣言書 どくりつせんげんしょ
ουσιαστικό
- 01 Διακήρυξη Ανεξαρτησίας (το έγγραφο)
独立語 どくりつご
ουσιαστικό
- 01 αυτοτελής λέξη, ανεξάρτητη λέξη
独法 どっぽう
ουσιαστικό
- 01 ανεξάρτητος διοικητικός οργανισμός
- 02 γερμανικό δίκαιο
独房監禁 どくぼうかんきん
ουσιαστικό
- 01 απομόνωση
独参湯 どくじんとう
ουσιαστικό
- 01 πόλος έλξης πλήθους, εγγυημένη εισπρακτική επιτυχία
独裁主義者 どくさいしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυταρχικός
独禁 どっきん
ουσιαστικό
- 01 αντιμονοπωλιακός
独居室 どっきょしつ
ουσιαστικό
- 01 κελί (π.χ. μοναχού)
独枕 ひとりまくら
ουσιαστικό
- 01 μοναχικός στο κρεβάτι
独立班 どくりつはん
ουσιαστικό
- 01 απόσπασμα
独泳 どくえい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κολύμπι μόνος
- 02 κολύμπι πολύ μπροστά από τους υπόλοιπους κολυμβητές (σε αγώνα)
独話 どくわ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μονολογία, ομιλία προς τον εαυτό μου
- 02 εκφορά μονολόγου
独立住宅 どくりつじゅうたく
ουσιαστικό
- 01 μονοκατοικία, ανεξάρτητη κατοικία
独占的競争 どくせんてききょうそう
ουσιαστικό
- 01 μονοπωλιακός ανταγωνισμός
独立行政法人等個人情報保護法 どくりつぎょうせいほうじんとうこじんじょうほうほごほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος για την προστασία προσωπικών δεδομένων που τηρούνται από ανεξάρτητους διοικητικούς φορείς, κ.λπ.
独立コンパイル どくりつコンパイル
ουσιαστικό
- 01 ανεξάρτητη μεταγλώττιση, ξεχωριστή μεταγλώττιση
独立ユティリティプログラム どくりつユティリティプログラム
ουσιαστικό
- 01 αυτόνομο βοηθητικό πρόγραμμα
独立項目 どくりつこうもく
ουσιαστικό
- 01 ασυνεχές στοιχείο