224 αποτελέσματα για «異»
異派 いは
ουσιαστικό
- 01 διαφορετική σχολή (π.χ. ικεμπάνα)
異議なく いぎなく
επίρρημα
- 01 χωρίς αντίρρηση
異形配偶子 いけいはいぐうし
ουσιαστικό
- 01 ανισογαμέτης
異常切断 いじょうせつだん
ουσιαστικό
- 01 ανώμαλος τερματισμός (π.χ. μιας κλήσης)
異世代 いせだい
άλλο
- 01 διαγενεακός, που αφορά διαφορετικές γενιές
異系交配 いけいこうはい
ουσιαστικό
- 01 εξωγαμία, φυλετική διασταύρωση
異曲同工 いきょくどうこう
ουσιαστικό
- 01 διαφορετικό στην εμφάνιση αλλά ουσιαστικά το ίδιο στο περιεχόμενο, ίσο σε ικανότητες ή δεξιοτεχνία αλλά διαφορετικό σε ύφος ή καλλιτεχνική αίσθηση, το ίδιο για όλους τους πρακτικούς σκοπούς
異節上目 いせつじょうもく
ουσιαστικό
- 01 ξεναρθρα (υπερτάξη που περιλαμβάνει τους μυρμηγκοφάγους, τους βραδύποδες και τους αρμαντίλους)
異方性 いほうせい
ουσιαστικό
- 01 ανισοτροπία
異性運 いせいうん
ουσιαστικό
- 01 η τύχη κάποιου με το αντίθετο φύλο
異宗 いしゅう
ουσιαστικό
- 01 διαφορετική θρησκεία ή αίρεση
異符号 いふごう
ουσιαστικό
- 01 αντίθετου προσήμου, με αντίθετο πρόσημο
異種移植 いしゅいしょく
ουσιαστικό
- 01 ξενομεταμόσχευση, ετερομόσχευμα, ετερόπλαστική μεταμόσχευση, ετεροπλαστική, ετερομεταμόσχευση
異歯性 いしせい
ουσιαστικό
- 01 ετερόδοντος
異方導電フィルム いほうどうでんフィルム
ουσιαστικό
- 01 ανισότροπη αγώγιμη μεμβράνη
異方導電膜 いほうどうでんまく
ουσιαστικό
- 01 ανισοτροπική αγώγιμη μεμβράνη
異型分裂 いけいぶんれつ
ουσιαστικό
- 01 ετερότυπη διαίρεση
異常血色素症 いじょうけっしきそしょう
ουσιαστικό
- 01 αιμοσφαιρινοπάθεια
異常心理学 いじょうしんりがく
ουσιαστικό
- 01 ψυχοπαθολογία
異常妊娠 いじょうにんしん
ουσιαστικό
- 01 μη φυσιολογική εγκυμοσύνη