283 αποτελέσματα για «社»

社歴 しゃれき

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό μιας εταιρείας
  2. 02 επαγγελματική πορεία σε μια εταιρεία, προϋπηρεσία σε μια εταιρεία
社の方針 しゃのほうしん

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρική πολιτική
社会的ステータス しゃかいてきステータス

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική θέση
社内メール しゃないメール

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοεταιρική αλληλογραφία, εσωτερικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
社会的背景 しゃかいてきはいけい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικό κλίμα, κοινωνικό πλαίσιο
社大党 しゃだいとう

ουσιαστικό

  1. 01 Σοσιαλιστικό Κόμμα των Μαζών
社務 しゃむ

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματικές υποθέσεις μιας εταιρείας
  2. 02 γραφειοκρατικές υποθέσεις ενός σιντοϊστικού ναού
社業 しゃぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματική δραστηριότητα εταιρείας
社会資本 しゃかいしほん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικό κεφάλαιο, υποδομές δημόσιας ωφέλειας
社内不倫 しゃないふりん

ουσιαστικό

  1. 01 εξωσυζυγική ερωτική σχέση με συνάδελφο στην εργασία
社会福祉士 しゃかいふくしし

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικός λειτουργός με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, πιστοποιημένος κοινωνικός λειτουργός
社僧 しゃそう

ουσιαστικό

  1. 01 ιερέας που υπηρετεί σε ιερό
社割 しゃわり

ουσιαστικό

  1. 01 υπαλληλική έκπτωση, εταιρική έκπτωση
社会性昆虫 しゃかいせいこんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικό έντομο
社内情報 しゃないじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοεταιρικές πληροφορίες
社会適応 しゃかいてきおう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική προσαρμογή
社交上手 しゃこうじょうず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κοινωνική δεξιότητα (ευχέρεια, ικανότητες), το να είναι κάποιος κοινωνικός και επικοινωνιακός
社協 しゃきょう

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο κοινωνικής πρόνοιας
社日 しゃにち

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα του τσουτσινόε που συμπίπτει πιο κοντά στην εαρινή ή φθινοπωρινή ισημερία (ημέρα θρησκευτικής σημασίας για τις σοδειές)
社会大衆党 しゃかいたいしゅうとう

ουσιαστικό

  1. 01 Σοσιαλιστικό Κόμμα των Μαζών (1932-1940)