324 αποτελέσματα για «立»

立法府 りっぽうふ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστήριο, συνεδρίαση δικαστηρίου
  2. 02 νομοθετικό σώμα
立脚地 りっきゃくち

ουσιαστικό

  1. 01 σκοπιά, θέση, οπτική γωνία
  2. 02 βάση, σημείο εκκίνησης, θεμελίωση (π.χ. ενός επιχειρήματος), ερείσματα
立ち食いそば たちぐいそば

ουσιαστικό

  1. 01 καντίνα με σόμπα που σερβίρει όρθιους πελάτες, εστιατόριο με σόμπα χωρίς καθίσματα, μπαρ με σόμπα για όρθιους
立て切る たてきる

ρήμα

  1. 01 κλείνω ερμητικά
立ち聞く たちきく

ρήμα

  1. 01 κρυφακούω, παρακολουθώ συνομιλία
立ち襟 たちえり

ουσιαστικό

  1. 01 όρθιος γιακάς, γιακάς τύπου μάο
立体裁断 りったいさいだん

ουσιαστικό

  1. 01 τριδιάστατη κοπή υφάσματος πάνω σε κούκλα ραπτικής
立会演説 たちあいえんぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 προεκλογική ομιλία
立見席 たちみせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέση ορθίων
立役 たてやく

ουσιαστικό

  1. 01 πρωταγωνιστής, κύριος ηθοποιός
立ち稽古 たちげいこ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβα όρθια (πρόβα όπου οι ηθοποιοί κινούνται στον χώρο χωρίς να κρατούν το σενάριο)
立法権 りっぽうけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομοθετική εξουσία
立ち技 たちわざ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικές ορθίας πάλης (τζούντο, πάλη), ρίψη από όρθια θέση
立ち回り先 たちまわりさき

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος όπου συχνάζει κάποιος, τρέχουσα τοποθεσία
立ち替わる たちかわる

ρήμα

  1. 01 εναλλάσσομαι, διαδέχομαι ο ένας τον άλλον
立ち歩き たちあるき

ουσιαστικό

  1. 01 σηκώνομαι και περπατώ
立坑 たてこう

ουσιαστικό

  1. 01 φρέαρ (π.χ. σε ορυχείο), λάκκος
立憲政治 りっけんせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 συνταγματικό πολίτευμα
立大 りつだい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικό πανεπιστήμιο
立冬 りっとう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη ημέρα του χειμώνα (περίπου 8 Νοεμβρίου)