254 αποτελέσματα για «総»

総仕舞 そうじまい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση εργασίας, ξεπούλημα αποθέματος, πλήρης αγορά εμπορευμάτων
総揚げ そうあげ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσληψη πολλών γκεϊσών για μια ψυχαγωγική εκδήλωση
総合開発 そうごうかいはつ

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωμένη ανάπτυξη
総頸動脈 そうけいどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή καρωτίδα
総合ビタミン剤 そうごうビタミンざい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυβιταμινούχο σκεύασμα
総トン数 そうトンすう

ουσιαστικό

  1. 01 ολική χωρητικότητα, συνολική χωρητικότητα
総合指数 そうごうしすう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετος δείκτης (χρηματιστήριο), συγκεντρωτικός δείκτης, δείκτης όλων των ειδών, σύνθετος δείκτης (CI)
総則 そうそく

ουσιαστικό

  1. 01 γενικές διατάξεις, γενικοί κανόνες
総勘定元帳 そうかんじょうもとちょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενικό καθολικό (λογιστική)
総合研究大学院大学 そうごうけんきゅうだいがくいんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Μεταπτυχιακό Πανεπιστήμιο Προηγμένων Σπουδών
総費用 そうひよう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό κόστος
総ルビ そうルビ

ουσιαστικό

  1. 01 που έχει φουριγκάνα σε όλα τα κάντζι ενός εγγράφου
総合感冒薬 そうごうかんぼうやく

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακο για το κοινό κρυολόγημα ευρέος φάσματος
総事業費 そうじぎょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικά λειτουργικά έξοδα, συνολικό κόστος έργου, γενικά έξοδα
総柄 そうがら

ουσιαστικό

  1. 01 ολότυπος, ύφασμα με μοτίβο σε όλη την επιφάνεια (για ρούχα)
総模様 そうもよう

ουσιαστικό

  1. 01 ολόσωμο μοτίβο (για ενδύματα)
総排泄腔 そうはいせつこう

ουσιαστικό

  1. 01 αμάρα
総務省統計局 そうむしょうとうけいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Στατιστική Υπηρεσία της Ιαπωνίας, SBJ, Στατιστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών και Επικοινωνιών
総合振興局 そうごうしんこうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 γενικό υπονομαρχιακό γραφείο (Χοκάιντο)
総統選挙 そうとうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 προεδρικές εκλογές