168 αποτελέσματα για «美»

美道 びどう

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρικός ομοφυλοφιλικός έρωτας, παιδεραστία
美化語 びかご

ουσιαστικό

  1. 01 κομψός λόγος (ιδιαίτερα η χρήση των προθεμάτων «ο-» και «γκο-»), εκλεπτυσμένη γλώσσα, ευγενικός λόγος
美腰 びこし

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτή μέση, όμορφη γραμμή μέσης
美之主貝 びのすがい

ουσιαστικό

  1. 01 Μερκενάρια στιμψόνι (είδος αχιβάδας βένους)
美しさ うつくしさ

ουσιαστικό

  1. 01 ομορφιά
美容所 びようしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο αισθητικής, κομμωτήριο
美肌湯 びはだゆ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμή πηγή (ή λουτρό) που κάνει καλό στο δέρμα
美味も喉三寸 びみものどさんすん

άλλο

  1. 01 τα ωραία πράγματα δεν κρατούν για πολύ
美容師法 びようしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί κομμωτών
美小辞 びしょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκοριστικό
美眉 びまゆ

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφα φρύδια
美まつげ びまつげ

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφες βλεφαρίδες
美味しゅうございました おいしゅうございました

άλλο

  1. 01 ευχαριστώ για το γεύμα, το γεύμα ήταν πεντανόστιμο, τι υπέροχο γεύμα
美腸 びちょう

ουσιαστικό

  1. 01 υγιές έντερο
美活 びかつ

ουσιαστικό

  1. 01 δραστηριότητες με σκοπό την ομορφιά (π.χ. χρήση καλλυντικών, υγιεινή διατροφή)
美観地区 びかんちく

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή αισθητικής αναβάθμισης (υπόκειται σε πολεοδομικούς περιορισμούς), γραφική ζώνη
美童 びどう

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφο αγόρι, ωραίο παιδί
  2. 02 όμορφος νέος άνδρας, όμορφη νέα γυναίκα
美童 みやらび

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφη νεαρή γυναίκα, χαριτωμένη κοπέλα
美術博物館 びじゅつはくぶつかん

ουσιαστικό

  1. 01 μουσείο τέχνης, πινακοθήκη
美術展覧会 びじゅつてんらんかい

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση τέχνης