152 αποτελέσματα για «脱»

脱煙 だつえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγωγή καπνού, καταστολή καπνού
  2. 02 απομάκρυνση από το κάπνισμα, διακοπή καπνίσματος
脱オタ だつオタ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην οτάκου, κάποιος που έχει εγκαταλείψει τα χόμπι των γκικ ή των οτάκου, κάποιος που έχει απαλλαγεί από το στερεοτυπικό ντύσιμο, τους τρόπους συμπεριφοράς κ.λπ.
脱営兵 だつえいへい

ουσιαστικό

  1. 01 λιποτάκτης
脱炭 だったん

ουσιαστικό

  1. 01 απανθράκωση
脱離 だつり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση, απόσχιση, διαχωρισμός, αποκόλληση
  2. 02 απαλοιφή, εξάλειψη
  3. 03 εκρόφηση
脱離基 だつりき

ουσιαστικό

  1. 01 αποχωρούσα ομάδα (χημική), νουκλεόφυγο
脱ガス だつガス

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαέρωση
脱走囚 だっそうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δραπέτης κρατούμενος
脱出劇 だっしゅつげき

ουσιαστικό

  1. 01 δραματική απόδραση, ιστορία απόδρασης, αφήγηση απόδρασης
脱米入亜 だつべいにゅうあ

ουσιαστικό

  1. 01 απομάκρυνση από την Αμερική, προσέγγιση προς την Ασία (ως πολιτική στρατηγική κ.λπ.)
脱兎さん だっとさん

ουσιαστικό

  1. 01 Ντάτσουαν (αυτοκίνητο της εταιρείας Nissan Motor Company)
  1. 01 γδύνομαι
  2. 02 αφαιρώ
  3. 03 ξεφεύγω από
  4. 04 ξεφορτώνομαι
  5. 05 παραλείπομαι
  6. 06 βγάζω