1019 αποτελέσματα για «自»

自家 じか

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 το σπίτι κάποιου
  2. 02 ιδιόκτητος, προσωπικός, αυτολογικός
自由人 じゆうじん

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος άνθρωπος, ελεύθερο πνεύμα
自慢気 じまんげ

επίθετο

  1. 01 υπερήφανος, καυχησιάρης, αλαζονικός, επηρμένος
自由主義 じゆうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλελευθερισμός
自動人形 じどうにんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματο, ανθρωποειδές ρομπότ
自伝 じでん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοβιογραφία
自死 じし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοχειρία
  2. 02 απόπτωση
自席 じせき

ουσιαστικό

  1. 01 η θέση κάποιου, το γραφείο κάποιου
自殺未遂 じさつみすい

ουσιαστικό

  1. 01 απόπειρα αυτοκτονίας
自己完結 じこかんけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτάρκεια, αυτοτέλεια, αυτονομία, εσωστρέφεια
自己暗示 じこあんじ

ουσιαστικό

  1. 01 αυθυποβολή
自由研究 じゆうけんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική εργασία (για παράδειγμα στο σχολείο), ανεξάρτητη έρευνα
自己中 じこちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εγωκεντρισμός, φιλαυτία, εγωισμός
自失 じしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχαύνωση, κατάπληξη
自然的 しぜんてき

επίθετο

  1. 01 φυσικός
自分の首を絞める じぶんのくびをしめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αυτοκαταστρέφομαι, σκάβω τον λάκκο μου, προκαλώ βλάβη στον εαυτό μου, οδηγούμαι στην καταστροφή
自省 じせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοεξέταση, ενδοσκόπηση
自己顕示欲 じこけんじよく

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγκη για προβολή, δίψα για δημοσιότητα
自殺者 じさつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόχειρας
自動化 じどうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοματοποίηση