147 αποτελέσματα για «観»

観察研究 かんさつけんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρητική μελέτη
観察室 かんさつしつ

ουσιαστικό

  1. 01 θάλαμος παρατήρησης (σε νοσοκομείο, αστυνομικό τμήμα, κ.λπ.)
観る将 みるしょう

ουσιαστικό

  1. 01 θεατής σόγκι, οπαδός του σόγκι που απολαμβάνει να παρακολουθεί αγώνες αλλά δεν παίζει
観光過剰 かんこうかじょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερτουρισμός
観光学 かんこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικές σπουδές
観念的競合 かんねんてききょうごう

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεατή συρροή (μία πράξη που στοιχειοθετεί περισσότερα του ενός εγκλήματα), φαινομενική συρροή
  1. 01 προοπτική, άποψη, θέα
  2. 02 όψη, εμφάνιση, βλέμμα
  3. 03 εμφάνιση, όψη
  4. 04 κατάσταση
  5. 05 θέα, άποψη