155 αποτελέσματα για «角»

角を折る つのをおる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποχωρώ (αφού αρχικά αντιστάθηκα), συμβιβάζομαι, κάμπτω τον εγωισμό μου (κυριολεκτικά: σπάζω το κέρας)
角皿 かくざら

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνο πιάτο, ορθογώνια πιατέλα
角丸 かどまる

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλευτής γωνιών, κόφτης γωνιών
  2. 02 στρογγύλευμα γωνιών σε σελίδες (π.χ. κατά τη βιβλιοδεσία)
  3. 03 στρογγυλεμένες γωνίες
角屋敷 かどやしき

ουσιαστικό

  1. 01 γωνιακό αρχοντικό (περίοδος Έντο)
角を立てる かどをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χειροτερεύω (την κατάσταση), επιδεινώνω
  2. 02 κοιτάζω με θυμό
角長拳 ツノナガコブシ

ουσιαστικό

  1. 01 καβούρι με βότσαλο (Λευκοσία η νησσωπός)
角度幅 かくどはば

ουσιαστικό

  1. 01 γωνιακό εύρος, εύρος γωνίας
角膜上皮 かくまくじょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 κερατοειδικό επιθήλιο
角結膜炎 かくけつまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 κερατοεπιπεφυκίτιδα
角壔 かくとう

ουσιαστικό

  1. 01 πρίσμα
角ゴシック体 かくゴシックたい

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνη γραμματοσειρά χωρίς πατούρες, τετράγωνη γοτθική γραμματοσειρά
角閃安山岩 かくせんあんざんがん

ουσιαστικό

  1. 01 κεροστιλβικός ανδεσίτης
角閃片岩 かくせんへんがん

ουσιαστικό

  1. 01 κεροστιλβικός σχιστόλιθος
角が生える つのがはえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φυτρώνουν κέρατα
  2. 02 οργίζομαι, γίνομαι ζηλιάρης
  1. 01 γωνία
  2. 02 γωνία, άκρη
  3. 03 τετράγωνο
  4. 04 κέρατο
  5. 05 κέρατα