155 αποτελέσματα για «解»

解氷剤 かいひょうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπαγωτικό μέσο, αποπαγωτικό
解凝剤 かいぎょうざい

ουσιαστικό

  1. 01 διαλυτικό μέσο, διαλύτης
解消法 かいしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 λύση (για ένα πρόβλημα), μέθοδος επίλυσης, τρόπος ανακούφισης (π.χ. στρες)
解剖劇場 かいぼうげきじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιθέατρο ανατομίας
解離度 かいりど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός διάστασης
解離性同一症 かいりせいどういつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διασασιακή διαταραχή ταυτότητας
解離症 かいりしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή αποσύνδεσης, διαταραχή dissociation
解離性健忘 かいりせいけんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 διασπαστική αμνησία
解離性人格障害 かいりせいじんかくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή διασπαστικής ταυτότητας, διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας
解離性同一障害 かいりせいどういつしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή διασπαστικής ταυτότητας, διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας
解放値 かいほうち

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή απελευθέρωσης (σε δέστρες σκι)
解呪 かいじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λύσιμο κατάρας, ξόρκισμα, απομάγευση
解放戦線 かいほうせんせん

ουσιαστικό

  1. 01 απελευθερωτικό μέτωπο
解放軍報 かいほうぐんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 Εφημερίδα του Απελευθερωτικού Στρατού του Λαού (ΛΔΚ), καθημερινή εφημερίδα του Απελευθερωτικού Στρατού του Λαού
  1. 01 ξετυλίγω
  2. 02 σημειώσεις
  3. 03 κλειδί
  4. 04 εξήγηση
  5. 05 κατανόηση
  6. 06 λύνω
  7. 07 αναιρώ
  8. 08 λύνω
  9. 09 απάντηση
  10. 10 ακυρώνω
  11. 11 απαλλάσσω
  12. 12 εξηγώ
  13. 13 πρακτικά