146 αποτελέσματα για «論»

論理の飛躍 ろんりのひやく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 λογικό άλμα, λογικό κενό
論理削除 ろんりさくじょ

ουσιαστικό

  1. 01 λογική διαγραφή
論理名 ろんりめい

ουσιαστικό

  1. 01 λογικό όνομα (βάσης δεδομένων, πίνακα, κλειδιού, συσκευής, κ.λπ.)
論点先取 ろんてんせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη του ζητουμένου (ρητορικό σφάλμα), petitio principii
論衡 ろんこう

ουσιαστικό

  1. 01 Λουνχένγκ (συλλογή κινεζικών κλασικών κειμένων γραμμένη από τον Ουάνγκ Τσονγκ)
  1. 01 επιχείρημα, διαφωνία
  2. 02 λόγος