179 αποτελέσματα για «転»
転写捺染 てんしゃなっせん
ουσιαστικό
- 01 μεταφορά εκτύπωσης
転借 てんしゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπεκμίσθωση, υπομίσθωση
転置行列 てんちぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 ανάστροφος πίνακας, ανάστροφη
転化糖 てんかとう
ουσιαστικό
- 01 ιμβερτοσάκχαρο
転び寝 ころびね
ουσιαστικό
- 01 μισοκοιμάμαι ξαπλώνοντας κάπου
転路器 てんろき
ουσιαστικό
- 01 αλλαγή τροχιάς
転換社債型新株予約権付社債 てんかんしゃさいがたしんかぶよやくけんつきしゃさい
ουσιαστικό
- 01 μετατρέψιμο ομόλογο
転法輪堂 てんぼうりんどう
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα βουδιστικού κηρύγματος
転移RNA てんいアールエヌエー
ουσιαστικό
- 01 μεταφορικό RNA, tRNA
転筋 てんきん
ουσιαστικό
- 01 κράμπα στη γάμπα
転がし釣り ころがしづり
ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα με πολλά αγκίστρια σε βαριδωμένη πετονιά
転送構文 てんそうこうぶん
ουσιαστικό
- 01 σύνταξη μεταφοράς
転送構文名 てんそうこうぶんめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα συντακτικού μεταφοράς
転送穿孔翻訳機 てんそうせんこうほんやくき
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστής μεταφοράς
転軫 てんじん
ουσιαστικό
- 01 κλειδί χορδίσματος (σε μπίβα ή σαμίσεεν)
転移酵素 てんいこうそ
ουσιαστικό
- 01 τρανσφεράση
転相乳化 てんそうにゅうか
ουσιαστικό
- 01 μετατροπή φάσης γαλακτωματοποίησης
転用者 てんようしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυτός που επαναχρησιμοποιεί, χρήστης για νέο σκοπό
転写紙 てんしゃし
ουσιαστικό
- 01 μεταλλοτυπικό χαρτί
転かす こかす
ρήμα
- 01 ρίχνω κάτω, αναποδογυρίζω