144 αποτελέσματα για «軽»

軽音 けいおん

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρά μουσική, ποπ μουσική
軽金属製品協会 けいきんぞくせいひんきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ένωση Προϊόντων Αλουμινίου
軽自動車検査協会 けいじどうしゃけんさきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Οργανισμός επιθεώρησης ελαφρών οχημάτων
軽
  1. 01 ελαφρά, ελαφρώς
  2. 02 ασήμαντος, μικρός, ευτελής
  3. 03 ασήμαντος, όχι σημαντικός