310 αποτελέσματα για «重»

重恩 じゅうおん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη υποχρέωση
重恩 ちょうおん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιαίτερη ευλογία
重厚長大 じゅうこうちょうだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βαρύς, ογκώδης, μακρύς και μεγάλος (για προϊόντα, ειδικά βιομηχανικά), επιβλητικός και βαρύς, βαρύς (για βιομηχανία)
重苦 じゅうく

ουσιαστικό

  1. 01 έντονος πόνος, δυσβάσταχτο μαρτύριο
重犯 じゅうはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κακούργημα, βαρύ αδίκημα
  2. 02 κακοποιός, υπότροπος εγκληματίας
重力井戸 じゅうりょくいど

ουσιαστικό

  1. 01 βαρυτικό πηγάδι (για παράδειγμα ενός πλανήτη)
重文 じゅうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη πρόταση, πρόταση αποτελούμενη από δύο ανεξάρτητες κύριες προτάσεις
  2. 02 σημαντικό πολιτιστικό μνημείο, σημαντικό πολιτιστικό αγαθό
重賞レース じゅうしょうレース

ουσιαστικό

  1. 01 διαβαθμισμένη ιπποδρομία, ιπποδρομία υψηλού επάθλου
重視型 じゅうしがた

ουσιαστικό

  1. 01 προσανατολισμένος
重心を取る じゅうしんをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ισορροπώ, διατηρώ το κέντρο βάρους μου
重要無形文化財 じゅうようむけいぶんかざい

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικό άυλο πολιτιστικό αγαθό
重縁 じゅうえん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλός γάμος (στην ίδια οικογένεια), επιγαμία
重唱 じゅうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τραγούδι με φωνητικά μέρη
重要産業 じゅうようさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βασική βιομηχανία
重言 じゅうげん

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονασμός, περιττολογία, ταυτολογία
  2. 02 σύνθετο κάντζι στο οποίο επαναλαμβάνεται ο ίδιος χαρακτήρας
重積 じゅうせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσώρευση
重科 じゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύ έγκλημα, βαριά ποινή
重化学工業 じゅうかがくこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά και χημική βιομηχανία
重ね書き かさねがき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανεγγράφω
重商主義 じゅうしょうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μερκαντιλισμός