219 αποτελέσματα για «野»
野村証券 のむらしょうけん
ουσιαστικό
- 01 Νομούρα Σεκιούριτις (ιαπωνική επενδυτική τράπεζα)
野萵苣 のぢしゃ
ουσιαστικό
- 01 βαλεριάνα (Valerianella olitoria), φελαντσά
野衾 のぶすま
ουσιαστικό
- 01 θρυλικό τέρας που μοιάζει με ιπτάμενο σκίουρο
- 02 ιαπωνικός γιγάντιος ιπτάμενος σκίουρος (Petaurista leucogenys)
- 03 ιαπωνικό πιάτο φτιαγμένο με μαγειρεμένο ψάρι και κοτόπουλο
野菜汁 やさいじる
ουσιαστικό
- 01 ζωμός λαχανικών
野遊 やゆう
ουσιαστικό
- 01 εκδρομή στη φύση (π.χ. για παρατήρηση λουλουδιών, κυνήγι, συλλογή αγριολούλουδων), αναψυχή στην ύπαιθρο
野兎病 やとびょう
ουσιαστικό
- 01 τουλαραιμία (ασθένεια των λαγών)
野音 やおん
ουσιαστικό
- 01 υπαίθριο αμφιθέατρο, εξέδρα μουσικών, αναλόγιο μπάντας
野外撮影 やがいさつえい
ουσιαστικό
- 01 φωτογράφιση σε εξωτερικό χώρο
野乗 やじょう
ουσιαστικό
- 01 ανεπίσημη ιστορία, ιδιωτικά συγγραμμένη ιστορία
野党党首 やとうとうしゅ
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός της αντιπολίτευσης
野戦糧食 やせんりょうしょく
ουσιαστικό
- 01 γιασεν-ριοσόκου, στρατιωτική μερίδα πεδίου, μερίδα μάχης
野選 やせん
ουσιαστικό
- 01 επιλογή αμυντικού
野生絶滅 やせいぜつめつ
ουσιαστικό
- 01 εξαφανισμένο στη φύση (κατάσταση διατήρησης), EW
野ぶどう のぶどう
ουσιαστικό
- 01 άγριο σταφύλι, άγρια αμπελιού, αμπελοψίδα
野菜工場 やさいこうじょう
ουσιαστικό
- 01 φυτοκομείο, εργοστάσιο λαχανικών, κλειστό σύστημα καλλιέργειας για παραγωγή λαχανικών όλο τον χρόνο
野薊 のあざみ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό αγκαθωτό φυτό (σίρσιο το ιαπωνικό)
野駒 のごま
ουσιαστικό
- 01 σιβηρικός αηδονοτσιροβάκος (Luscinia calliope)
野巫 やぶ
ουσιαστικό
- 01 χωριάτισσα σαμάνος
- 02 αμόρφωτος ασκούμενος του Ζεν
野菜庫 やさいこ
ουσιαστικό
- 01 συρτάρι λαχανικών (π.χ. στο ψυγείο), θήκη συντήρησης λαχανικών
野球肘 やきゅうひじ
ουσιαστικό
- 01 αγκώνας του παίκτη του μπέιζμπολ, αγκώνας του ρίπτη, αγκώνας του μπέιζμπολ