198 αποτελέσματα για «鉄»
鉄石心腸 てっせきしんちょう
ουσιαστικό
- 01 σιδερένια θέληση, αδάμαστη θέληση
鉄炮押し てっぽうおし
ουσιαστικό
- 01 σπρώξιμο στον ξύλινο στύλο κατά την προπόνηση
鉄骨鉄筋コンクリート造 てっこつてっきんコンクリートぞう
ουσιαστικό
- 01 σιδηροκατασκευή με οπλισμένο σκυρόδεμα
鉄酵母 てつこうぼ
ουσιαστικό
- 01 σιδηρούχα μαγιά, μαγιά εμπλουτισμένη με σίδηρο
鉄尺 てつじゃく
ουσιαστικό
- 01 γωνιόμετρο ξυλουργού
鉄刺 てっさ
ουσιαστικό
- 01 σασίμι από φούγκου
鉄鏃 てつぞく
ουσιαστικό
- 01 σιδερένια αιχμή βέλους (από την περίοδο Γιαγιόι και Κοφούν)
鉄魚 てつぎょ
ουσιαστικό
- 01 είδος χρυσόψαρου με μακριά ουρά
鉄工廠 てっこうしょう
ουσιαστικό
- 01 σιδηρουργείο, μεταλλουργείο
鉄勒 てつろく
ουσιαστικό
- 01 Τίελε, ένας τουρκικός λαός της Κεντρικής Ασίας
鉄砲和え てっぽうあえ
ουσιαστικό
- 01 σαλάτα από ψιλοκομμένα φρέσκα κρεμμυδάκια, θαλασσινά και ξιδάτη πάστα μίσο
鉄細菌 てつさいきん
ουσιαστικό
- 01 σιδηροβακτήρια
鉄バクテリア てつバクテリア
ουσιαστικό
- 01 σιδηροβακτήριο
鉄泉 てっせん
ουσιαστικό
- 01 σιδηρούχος πηγή, ιαματική πηγή με υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο
鉄芽球性貧血 てつがきゅうせいひんけつ
ουσιαστικό
- 01 σιδηροβλαστική αναιμία
鉄芽球 てつがきゅう
ουσιαστικό
- 01 σιδηροβλάστης
鉄管ビール てっかんビール
ουσιαστικό
- 01 νερό της βρύσης
鉄重石 てつじゅうせき
ουσιαστικό
- 01 φερβερίτης
鉄平石 てっぺいせき
ουσιαστικό
- 01 τεππεϊσέκι, πλακώδης ανδεσίτης, πλακόστρωτο, σκουρόχρωμη μπλε ή μοβ πέτρα, που χρησιμοποιείται κυρίως για πλακόστρωση ή σε κήπους
鉄沓 かなぐつ
ουσιαστικό
- 01 πέταλο αλόγου