199 αποτελέσματα για «間»

間接目的語 かんせつもくてきご

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσο αντικείμενο
間接撮影法 かんせつさつえいほう

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοσκόπηση (μέθοδος)
間隙比 かんげきひ

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος πόρων
間接喫煙 かんせつきつえん

ουσιαστικό

  1. 01 παθητικό κάπνισμα
間接費 かんせつひ

ουσιαστικό

  1. 01 γενικά έξοδα
間食い あいだぐい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσο γεύμα, τσιμπολόγημα
間充織 かんじゅうしき

ουσιαστικό

  1. 01 μεσεγχυμα
間隔計時機構 かんかくけいじきこう

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός χρονομέτρησης διαστημάτων
間隔比率 かんかくひりつ

ουσιαστικό

  1. 01 αναλογία διαστημάτων
間隔文字 かんかくもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας διαστήματος
間合せ機能 まあわせきのう

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία αναζήτησης πληροφοριών
間接アドレス かんせつアドレス

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση διεύθυνση
間接色指定 かんせついろしてい

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσος προσδιορισμός χρώματος
間接発信 かんせつはっしん

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση υποβολή
間接発進ポート かんせつはっしんポート

ουσιαστικό

  1. 01 θύρα έμμεσης υποβολής
間接利用者 かんせつりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσος χρήστης
間接選挙制 かんせつせんきょせい

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσο εκλογικό σύστημα
間細胞 かんさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 διαμεσοκυτταρικό κύτταρο
間接受身 かんせつうけみ

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση παθητική φωνή
間投 かんとう

ουσιαστικό

  1. 01 επιφώνημα