218 αποτελέσματα για «関»
関代 かんだい
ουσιαστικό
- 01 αναφορική αντωνυμία
関係演算子 かんけいえんざんし
ουσιαστικό
- 01 σχέση τελεστής
関係管理 かんけいかんり
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση σχέσεων
関係指示記号 かんけいしじきごう
ουσιαστικό
- 01 δείκτης σχέσης
関数ライブラリ かんすうライブラリ
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθήκη συναρτήσεων, FL
関数形言語 かんすうがたげんご
ουσιαστικό
- 01 συναρτησιακή γλώσσα
関数結果 かんすうけっか
ουσιαστικό
- 01 αποτέλεσμα συνάρτησης
関数手続き かんすうてつづき
ουσιαστικό
- 01 λειτουργική διαδικασία
関数発生器 かんすうはっせいき
ουσιαστικό
- 01 γεννήτρια συναρτήσεων
関数副プログラム かんすうふくプログラム
ουσιαστικό
- 01 συναρτησιακό υποπρόγραμμα
関連図 かんれんず
ουσιαστικό
- 01 σχεδιάγραμμα συσχετίσεων
関連単語 かんれんたんご
ουσιαστικό
- 01 σχετική λέξη
関連当事者 かんれんとうじしゃ
ουσιαστικό
- 01 συνδεδεμένο πρόσωπο, συνδεδεμένα μέρη
関東十八檀林 かんとうじゅうはちだんりん
ουσιαστικό
- 01 δεκαοκτώ κέντρα βουδιστικής μάθησης (της σχολής Καθαρής Χώρας στην περιοχή Κάντο)
関船 せきぶね
ουσιαστικό
- 01 τύπος γρήγορου πολεμικού πλοίου που χρησιμοποιούνταν από την περίοδο των εμπόλεμων κρατών μέχρι την περίοδο Έντο
関節鏡検査 かんせつきょうけんさ
ουσιαστικό
- 01 αρθροσκόπηση
関節半月 かんせつはんげつ
ουσιαστικό
- 01 μηνίσκος
関節腔 かんせつこう
ουσιαστικό
- 01 αρθρική κοιλότητα
関連度 かんれんど
ουσιαστικό
- 01 βαθμός συσχέτισης, λόγος συνάφειας
関係代数 かんけいだいすう
ουσιαστικό
- 01 σχεσιακή άλγεβρα
- 02 σχεσιακή άλγεβρα