183 αποτελέσματα για «集»

集団犯 しゅうだんはん

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα του οποίου ο σκοπός απαιτεί τη σύμπραξη μεγάλου αριθμού ατόμων (π.χ. εξέγερση)
集合犯 しゅうごうはん

ουσιαστικό

  1. 01 μεμονωμένο έγκλημα που συνίσταται εκ φύσεως από πλήθος επιμέρους πράξεων και διώκεται ως μία αξιόποινη πράξη (π.χ. κατ' εξακολούθηση τυχερά παίγνια)
  2. 02 έγκλημα του οποίου ο σκοπός απαιτεί τη σύμπραξη μεγάλου αριθμού ατόμων (π.χ. εξέγερση)
集散花序 しゅうさんかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κυμοειδής ταξιανθία (κάθε ορισμένη απλή ταξιανθία), κύμα
集団力学 しゅうだんりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική δυναμική
集合値属性 しゅうごうちぞくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιότητα τιμών συνόλου
集信装置 しゅうしんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεντρωτής
集積回路メモリ しゅうせきかいろメモリ

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη ολοκληρωμένου κυκλώματος, μνήμη IC
集積回路メモリー しゅうせきかいろメモリー

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη ολοκληρωμένου κυκλώματος
集積回路記憶装置 しゅうせきかいろきおくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη ολοκληρωμένου κυκλώματος, μνήμη IC
集団項目 しゅうだんこうもく

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικό στοιχείο
集中データ処理 しゅうちゅうデータしょり

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική επεξεργασία δεδομένων
集中データ処理システム しゅうちゅうデータしょりシステム

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεντρωτικό σύστημα επεξεργασίας δεδομένων
集中局 しゅうちゅうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικό γραφείο, τοπικό κέντρο διαλογής (για την επεξεργασία αλληλογραφίας)
集配信装置 しゅうはいしんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεντρωτής
集電装置 しゅうでんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 συλλέκτης ρεύματος, λήπτης ρεύματος
集団選択 しゅうだんせんたく

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική επιλογή
集中神経系 しゅうちゅうしんけいけい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεντρωτικό νευρικό σύστημα
集印帖 しゅういんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο σφραγίδων, διαβατήριο προσκυνητή, λεύκωμα αναμνηστικών σφραγίδων, βιβλίο για τη συλλογή αναμνηστικών σφραγίδων (σε τουριστικά αξιοθέατα, ναούς, ιερά κ.ά.)
集印帳 しゅういんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο σφραγίδων, διαβατήριο προσκυνητή, άλμπουμ αναμνηστικών σφραγίδων, βιβλίο για τη συλλογή αναμνηστικών σφραγίδων ή γραμματοσήμων (σε τουριστικά αξιοθέατα, ναούς, ιερά, κ.λπ.)
集約投資 しゅうやくとうし

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική επένδυση