149 αποτελέσματα για «骨»

骨髄バンク こつずいバンク

ουσιαστικό

  1. 01 τράπεζα μυελού των οστών
骨髄異形成症候群 こつずいいけいせいしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο, μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
骨箆 こつべら

ουσιαστικό

  1. 01 κοτσουμπέρα, οστέινη σπάτουλα (περίοδος Τζομόν), οστέινο σπάτουλα
骨導 こつどう

ουσιαστικό

  1. 01 οστική αγωγιμότητα
骨湯 こつゆ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωμός από κόκαλα ψαριού (παρασκευάζεται ρίχνοντας βραστό νερό πάνω σε κόκαλα ψαριού και καρυκεύοντας με σόγια ή αλάτι)
骨盤隔膜 こつばんかくまく

ουσιαστικό

  1. 01 πυελικό διάφραγμα
骨延長 こつえんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιμήκυνση οστών, οστεογένεση με διάταση
骨粗鬆症財団 こつそしょうしょうざいだん

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνικό Ίδρυμα Οστεοπόρωσης (NOF)
  1. 01 σκελετός
  2. 02 κόκαλο, οστό
  3. 03 λείψανα, απομεινάρια
  4. 04 πλαίσιο, σκελετός