883 αποτελέσματα για «不»

不平不満 ふへいふまん

ουσιαστικό

  1. 01 δυσαρέσκεια και γκρίνια
不審人物 ふしんじんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ύποπτο άτομο (πρόσωπο, φιγούρα)
不眠不休 ふみんふきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 χωρίς ύπνο ή ξεκούραση, δουλεύοντας μέρα νύχτα
不徳 ふとく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη αρετής, ανηθικότητα, κακία, διαφθορά, αναξιότητα
不時着 ふじちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγκαστική προσγείωση, προσγείωση ανάγκης
不干渉 ふかんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποχή, μη παρέμβαση, μη ανάμειξη
不文律 ふぶんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 άγραφος νόμος, εθιμικό δίκαιο
  2. 02 άγραφος κανόνας
不定形 ふていけい

ουσιαστικό

  1. 01 απροσδιόριστη μορφή
  2. 02 αόριστος, ακαθόριστος, άμορφος, πρωτεϊκός
不覚を取る ふかくをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υφίσταμαι μια ντροπιαστική ήττα
不眠 ふみん

ουσιαστικό

  1. 01 αϋπνία, άγρυπνη κατάσταση
不定期 ふていき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ακανόνιστος (πρόγραμμα, υπηρεσία κ.λπ.), απροσδιόριστος (διάρκεια χρόνου), κλιμακωτός (πληρωμές)
不定 ふじょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αβεβαιότητα, μεταβλητότητα
不定 ふてい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασταθής, αβέβαιος, αόριστος, ακαθόριστος, μεταβλητός, ανώμαλος, μεταβαλλόμενος
  2. 02 απροσδιόριστος
不実 ふじつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απιστία, αναξιοπιστία, ασυνέπεια, ανειλικρίνεια, ψεύδος
不届き ふとどき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απαράδεκτος, καταδικαστέος, αγενής, αυθάδης, ειδχθής
不純異性交遊 ふじゅんいせいこうゆう

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη σεξουαλική σχέση
不確実 ふかくじつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αβέβαιος, αναξιόπιστος, μη αυθεντικός, ανασφαλής
不鮮明 ふせんめい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 θολώνω
  2. 02 θολός, ασαφής
不良少年 ふりょうしょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 παραβατικός ανήλικος
不意を打つ ふいをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αιφνιδιάζω (ένα άτομο), επιτίθεμαι απροειδοποίητα