210 αποτελέσματα για «予»
予備選手 よびせんしゅ
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωματικός παίκτης
予備馬 よびば
ουσιαστικό
- 01 εφεδρικό άλογο
予備判事 よびはんじ
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωματικός δικαστής
予報音 よほうおん
ουσιαστικό
- 01 ηχητικό σήμα προειδοποίησης ώρας στο τηλέφωνο
予饌会 よせんかい
ουσιαστικό
- 01 αποχαιρετιστήρια συνάντηση, εκδήλωση προς τιμήν κάποιου που αποχωρεί
予餞会 よせんかい
ουσιαστικό
- 01 αποχαιρετιστήρια εκδήλωση προς τιμήν των αποφοίτων (που πραγματοποιείται πριν από την τελετή αποφοίτησης)
予研 よけん
ουσιαστικό
- 01 Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας
予防的治療 よぼうてきちりょう
ουσιαστικό
- 01 προληπτική θεραπεία
予期しない よきしない
άλλο
- 01 απρόσμενος (π.χ. αποτελέσματα), απρόβλεπτος, ανέλπιστος
予見外試験結果 よけんがいしけんけっか
ουσιαστικό
- 01 απρόβλεπτο αποτέλεσμα δοκιμής
予見試験結果 よけんしけんけっか
ουσιαστικό
- 01 προβλεπόμενο αποτέλεσμα δοκιμής
予防保守 よぼうほしゅ
ουσιαστικό
- 01 προληπτική συντήρηση
予防保全 よぼうほぜん
ουσιαστικό
- 01 προληπτική συντήρηση
予約ファイル名 よやくファイルめい
ουσιαστικό
- 01 δεσμευμένο όνομα αρχείου
予約購読 よやくこうどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνδρομή
予約名使用引数 よやくめいしようひきすう
ουσιαστικό
- 01 παράμετρος χρήσης δεσμευμένου ονόματος
予算執行調査 よさんしっこうちょうさ
ουσιαστικό
- 01 έρευνα εκτέλεσης προϋπολογισμού
予後診断医 よごしんだんい
ουσιαστικό
- 01 προγνώστης
予防的停職 よぼうてきていしょく
ουσιαστικό
- 01 προληπτική αναστολή καθηκόντων
予参 よさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμμετοχή σε πλήθος ή συγκέντρωση ανθρώπων, παρουσία