238 αποτελέσματα για «交»
交際国 こうさいこく
ουσιαστικό
- 01 φιλικές δυνάμεις, συμβαλλόμενες δυνάμεις
交付年月日 こうふねんがっぴ
ουσιαστικό
- 01 ημερομηνία έκδοσης (π.χ. άδειας ή διαβατηρίου)
交互計算 こうごけいさん
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτός λογαριασμός, τρεχούμενος λογαριασμός, αλληλόχρεος λογαριασμός
交換型 こうかんがた
ουσιαστικό
- 01 μεταγωγικός, εναλλασσόμενος
交易会 こうえきかい
ουσιαστικό
- 01 εμπορική έκθεση, εκθεσιακή αγορά
交喙 イスカ
ουσιαστικό
- 01 λοξίας, το κοινό είδος πτηνού
交趾 コーチン
ουσιαστικό
- 01 κότσιν (ράτσα κότας)
交換円 こうかんえん
ουσιαστικό
- 01 μετατρέψιμο γιεν
交換貿易制 こうかんぼうえきせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ανταλλακτικού εμπορίου
交差対称性 こうさたいしょうせい
ουσιαστικό
- 01 διασταυρούμενη συμμετρία
交渉員 こうしょういん
ουσιαστικό
- 01 διαπραγματευτές
交代操業 こうたいそうぎょう
ουσιαστικό
- 01 εργασία με εναλλασσόμενες βάρδιες
交代投手 こうたいとうしゅ
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωματικός ρίπτης
交通運輸業 こうつううんゆぎょう
ουσιαστικό
- 01 κλάδος μεταφορών
交読 こうどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εναλλάξ ανάγνωση
交読文 こうどくぶん
ουσιαστικό
- 01 εναλλάξ αναγνώσματα (σε λειτουργικό πλαίσιο)
交流人事 こうりゅうじんじ
ουσιαστικό
- 01 μετακίνηση προσωπικού
交角 こうかく
ουσιαστικό
- 01 γωνία τομής
交流発電機 こうりゅうはつでんき
ουσιαστικό
- 01 εναλλάκτης
交換法則 こうかんほうそく
ουσιαστικό
- 01 αντιμεταθετική ιδιότητα