171 αποτελέσματα για «付»
付加詞 ふかし
ουσιαστικό
- 01 συμπλήρωμα, προσθήκη
付法の八祖 ふほうのはっそ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 οι οκτώ πατριάρχες της διαδοχής που έλαβαν τη μετάδοση των διδασκαλιών, αναγόμενοι στον Βαϊροκάνα Βούδα (Βαϊροκάνα Βούδα, Βαγιασάτβα, Ναγκαρτζούνα, Ναγκαμπόντι, Βαγιαμπόντι, Αμογκαβαζρά, Χουίγκο και Κουκάι) (στο Σινγκόν)
付利 ふり
ουσιαστικό
- 01 τόκος επί των πλεοναζόντων αποθεματικών (IOER)
付点 ふてん
ουσιαστικό
- 01 τελεία (σε μουσική νότα ή παύση)
付点音符 ふてんおんぷ
ουσιαστικό
- 01 στικτή νότα
付載 ふさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσάρτηση στο κύριο σώμα ενός έργου, προσθήκη παραρτήματος
付き添い看護師 つきそいかんごし
ουσιαστικό
- 01 συνοδός νοσοκόμος, ιδιωτικός νοσοκόμος, συνοδός ασθενούς
付属資料 ふぞくしりょう
ουσιαστικό
- 01 υποστηρικτικό υλικό, συνημμένα έγγραφα, παραρτήματα
付け込み帳 つけこみちょう
ουσιαστικό
- 01 κατάστιχο
付き添い者 つきそいしゃ
ουσιαστικό
- 01 συνοδός, συνοδευτικό πρόσωπο
付
- 01 προσκολλώμαι
- 02 προσαρτώ
- 03 αναφέρομαι σε
- 04 επισυνάπτω