255 αποτελέσματα για «仮»

仮言 かげん

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση
仮刷り かりずり

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστική εκτύπωση
仮受け金 かりうけきん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή είσπραξη χρημάτων
仮受取証 かりうけとりしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή απόδειξη παραλαβής
仮植え かりうえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή φύτευση
仮数部 かすうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κλασματικό μέρος, μαντίσα
  2. 02 σημαντικό ψηφίο, σημαντικό μέρος
仮性近視 かせいきんし

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδομυωπία, ψευδής μυωπία
仮綴本 かりとじほん

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλάδιο, βιβλίο με χάρτινο εξώφυλλο
  2. 02 μπροσούρα
仮定款 かりていかん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινό καταστατικό εταιρείας
仮貼り かりばり

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή επικόλληση
仮渡し かりわたし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή κατά προσέγγιση πληρωμή
仮痘 かとう

ουσιαστικό

  1. 01 κατοειδής ευλογιά
仮納 かのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή κατάθεση, καταβολή εγγύησης
仮納金 かのうきん

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταβολή
仮納税 かりのうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 καταβολή φόρου υπό διαμαρτυρία
仮名交じり文 かなまじりぶん

ουσιαστικό

  1. 01 γραφή με ανάμικτους χαρακτήρες (κάντζι και κάνα)
仮名本 かなぼん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο γραμμένο εξ ολοκλήρου με κάνα
仮免状 かりめんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινό πιστοποιητικό
仮借なき かしゃくなき

άλλο

  1. 01 αμείλικτος, ασυγχώρητος, ανελέητος, αδυσώπητος
仮溶接 かりようせつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή συγκόλληση