194 αποτελέσματα για «作»

作業域 さぎょういき

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εργασίας, περιοχή εργασίας
作業場所節 さぎょうばしょせつ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα working-storage (COBOL)
作図装置 さくずそうち

ουσιαστικό

  1. 01 plotter
作図装置増分量 さくずそうちぞうぶんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέγεθος βήματος σχεδιογράφου
作成者語 さくせいしゃご

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα δημιουργού
作動電圧表示器 さどうでんあつひょうじき

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη τάσης λειτουργίας
作用素 さようそ

ουσιαστικό

  1. 01 τελεστής
作り茸 つくりたけ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό μανιτάρι (Agaricus bisporus)
作用角 さよかく

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία λειτουργίας, γωνία δράσης
  2. 02 διάρκεια (εκκεντροφόρου)
作物所 つくもどころ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακτορικό εργαστήριο υπεύθυνο για την κατασκευή επίπλων κ.ά. (περίοδος Χεϊάν)
作業監督者 さぎょうかんとくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επόπτης εργασιών
作り飾る つくりかざる

ρήμα

  1. 01 βιτρινοποιώ, επιτηδεύομαι, προσποιούμαι, κάνω τον σπουδαίο
作命 さくめい

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή επιχείρησης
作り字 つくりじ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιο ιδεόγραμμα, κινεζικός χαρακτήρας που έχει δημιουργηθεί από κάποιον
  2. 02 διάταξη ομάδας αντικειμένων ή ανθρώπων ώστε να σχηματίζουν έναν χαρακτήρα
  3. 03 ιδεόγραμμα που δημιουργήθηκε στην Ιαπωνία (σε αντίθεση με την Κίνα), ιαπωνικής κατασκευής ιδεόγραμμα
作物栽培学 さくもつさいばいがく

ουσιαστικό

  1. 01 γεωπονία
作業所 さぎょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εργοτάξιο (εταιρείας κατασκευών)
作業スペース さぎょうスペース

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εργασίας
作為動詞 さくいどうし

ουσιαστικό

  1. 01 αιτιατικό ρήμα
作業環境測定法 さぎょうかんきょうそくていほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για τη μέτρηση του εργασιακού περιβάλλοντος
作問 さくもん

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφή εξεταστικών δοκιμίων