280 αποτελέσματα για «保»

保守契約 ほしゅけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβαση συντήρησης
保護貿易 ほごぼうえき

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτισμός, προστατευτική εμπορική πολιτική
保管人 ほかんにん

ουσιαστικό

  1. 01 θεματοφύλακας, διαχειριστής
保護税 ほごぜい

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτικός δασμός
保養院 ほよういん

ουσιαστικό

  1. 01 αναρρωτήριο
保税地域 ほぜいちいき

ουσιαστικό

  1. 01 τελωνειακώς ελεύθερη περιοχή (δηλαδή τελωνείο)
保存系 ほぞんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συντηρητικό σύστημα
保全性 ほぜんせい

ουσιαστικό

  1. 01 δυνατότητα συντήρησης, ακεραιότητα
保護貿易主義 ほごぼうえきしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτισμός
保護検束 ほごけんそく

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτική κράτηση
保管証 ほかんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό φύλαξης
保護装置 ほごそうち

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτική διάταξη
保険契約者 ほけんけいやくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντισυμβαλλόμενος ασφάλισης, λήπτης ασφάλισης
保護鳥 ほごちょう

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευόμενο πτηνό
保険給付 ほけんきゅうふ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστική παροχή
保守車両 ほしゅしゃりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τρένο συντήρησης, όχημα συντήρησης σιδηροδρομικών γραμμών
保護領域 ほごりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευόμενη περιοχή
保護帽 ほごぼう

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτικό κράνος
保管会社 ほかんがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία φύλαξης τιμαλφών
保健学 ほけんがく

ουσιαστικό

  1. 01 επιστήμες υγείας