326 αποτελέσματα για «先»

先付け さきづけ

ουσιαστικό

  1. 01 ορκτέβ, μεζές (σακιζούκε)
  2. 02 μεταγενέστερη ημερομηνία, μεταχρονολόγηση (π.χ. επιστολής ή επιταγής)
先物買い さきものがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά μελλοντικών συμβολαίων
  2. 02 κερδοσκοπία
先立てる さきだてる

ρήμα

  1. 01 προπορεύομαι, βάζω κάποιον μπροστά
先考 せんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ο αποθανών πατέρας κάποιου
先導車 せんどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προπορευόμενο όχημα, όχημα συνοδείας
先覚 せんかく

ουσιαστικό

  1. 01 σοφός άνθρωπος, πρωτοπόρος
先口 せんくち

ουσιαστικό

  1. 01 προκατάληψη, προηγούμενη δέσμευση
先立ち さきだち

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πριν από
先学期 せんがっき

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προηγούμενο εξάμηνο
先主 せんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενος αφέντης, αποθανών αφέντης
先行予約 せんこうよやく

ουσιαστικό

  1. 01 προκράτηση
先発投手 せんぱつとうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικός ρίπτης (στον αγώνα του μπέιζμπολ)
先入れ さきいれ

άλλο

  1. 01 πρώτο μέσα (πρώτη είσοδος)
先度 せんど

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πρόσφατα
先端的 せんたんてき

επίθετο

  1. 01 υπερσύγχρονος, πρωτοποριακός
先蹤 せんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ίχνη των πράξεων ενός προκατόχου, προηγούμενο
先細 さきぼそ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που στενεύει προς την άκρη
先陣争い せんじんあらそい

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνισμός (αντιπαλότητα) για το ποιος θα πάρει το προβάδισμα (π.χ. αναβάτης σε έφοδο)
先賢 せんけん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίος σοφός
先哲 せんてつ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίοι σοφοί