257 αποτελέσματα για «初»

初乗り料金 はつのりりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή πρώτης διαδρομής (για λεωφορείο, τρένο, ταξί κ.λπ.), ελάχιστο κόμιστρο
初日を出す しょにちをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω την πρώτη μου νίκη μετά από μια σειρά ηττών
初冠雪 はつかんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη χιονόπτωση στην κορυφή ενός βουνού
初動対処 しょどうたいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική αντίδραση
初富士 はつふじ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατήρηση του όρους Φούτζι την ημέρα της Πρωτοχρονιάς
初参り はつまいり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρώτη επίσκεψη σε ναό για το νέο έτος
初紅葉 はつもみじ

ουσιαστικό

  1. 01 τα πρώτα φύλλα σφενδάμου που παίρνουν κόκκινο χρώμα την εποχή
初転法輪 しょてんぽうりん

ουσιαστικό

  1. 01 θέτω σε κίνηση τον τροχό του ντάρμα, η πρώτη περιστροφή του τροχού
初日 はつひ

ουσιαστικό

  1. 01 η ανατολή του ηλίου την Πρωτοχρονιά
初期刊本 しょきかんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχέτυπο (βιβλίο που εκτυπώθηκε πριν από το έτος 1501)
初市 はついち

ουσιαστικό

  1. 01 η πρώτη αγορά του έτους
初訳 しょやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρώτη μετάφραση
初氷 はつごおり

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος πάγος του χειμώνα
初診料 しょしんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος πρώτης ιατρικής εξέτασης
初鳴き はつなき

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο κελάηδημα ή τσιρίλημα της χρονιάς για συγκεκριμένο είδος πτηνού ή εντόμου
初声 はつこえ

ουσιαστικό

  1. 01 ο πρώτος ήχος ενός ζώου για τη νέα χρονιά, ο πρώτος ήχος της εποχής
初生児 しょせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 νεογνό
初烏 はつがらす

ουσιαστικό

  1. 01 κοράκι που κρώζει την πρώτη ημέρα του νέου έτους
初風呂 はつぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο μπάνιο της χρονιάς
初商い はつあきない

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη πώληση του έτους, πρώτη εμπορική συναλλαγή του έτους