320 αποτελέσματα για «単»
単孔類 たんこうるい
ουσιαστικό
- 01 μονοτρήματα, τάξη Monotremata
単坐機 たんざき
ουσιαστικό
- 01 μονοθέσιο αεροπλάνο, μονοθέσιο
単5 たんご
ουσιαστικό
- 01 μπαταρία τύπου Ν, στοιχείο τύπου Ν
単型 たんけい
ουσιαστικό
- 01 μονοτυπικός (ταξινομικός όρος), μονοτυπία
- 02 μονομορφικός
- 03 μήτρα μονής αποτύπωσης
単6 たんろく
ουσιαστικό
- 01 μπαταρία ΑΑΑΑ, στοιχείο ΑΑΑΑ
単位行列 たんいぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 μοναδιαίος πίνακας
単位組合 たんいくみあい
ουσιαστικό
- 01 τοπική συνδικαλιστική οργάνωση, τοπικό εργατικό σωματείο
単位労働組合 たんいろうどうくみあい
ουσιαστικό
- 01 τοπικό εργατικό σωματείο
単1形 たんいちがた
ουσιαστικό
- 01 μπαταρία μεγέθους D
- 02 μονόμορφος
単一神教 たんいつしんきょう
ουσιαστικό
- 01 ενθεϊσμός
単音節語 たんおんせつご
ουσιαστικό
- 01 μονοσύλλαβη λέξη
単記 たんき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μονογραφική εγγραφή (λογιστική), ψήφος υπέρ ενός και μόνο προσώπου
単記投票 たんきとうひょう
ουσιαστικό
- 01 ψηφοφορία για ένα μόνο πρόσωπο
単語篇 たんごへん
ουσιαστικό
- 01 γλωσσάρι, λεξιλόγιο
単坐式 たんざしき
ουσιαστικό
- 01 μονοθέσιος
単試合 たんしあい
ουσιαστικό
- 01 απλό (τένις, μπάντμιντον κ.λπ.)
単式火山 たんしきかざん
ουσιαστικό
- 01 απλό ηφαίστειο
単式学級 たんしきがっきゅう
ουσιαστικό
- 01 μονοτάξια τάξη
単縦列 たんじゅうれつ
ουσιαστικό
- 01 μονή σειρά, μονή στοίχιση, μία φάλαγγα
単色光 たんしょっこう
ουσιαστικό
- 01 μονοχρωματικό φως