325 αποτελέσματα για «反»
反射望遠鏡 はんしゃぼうえんきょう
ουσιαστικό
- 01 ανακλαστικό τηλεσκόπιο
反意語 はんいご
ουσιαστικό
- 01 αντώνυμο
反証可能性 はんしょうかのうせい
ουσιαστικό
- 01 διαψευσιμότητα
反軍的 はんぐんてき
επίθετο
- 01 αντιστρατιωτικός
反跳 はんちょう
ουσιαστικό
- 01 ανάκρουση
反回神経 はんかいしんけい
ουσιαστικό
- 01 παλίνδρομο λαρυγγικό νεύρο, παλίνδρομο νεύρο
反っ歯 そっぱ
ουσιαστικό
- 01 προεξέχοντα μπροστινά δόντια, λαγοδοντία
反別 たんべつ
ουσιαστικό
- 01 έκταση, εμβαδόν γης
- 02 οριοθέτηση αγρών σε μονάδες ταν
反例 はんれい
ουσιαστικό
- 01 αντιπαράδειγμα
反陽子爆弾 はんようしばくだん
ουσιαστικό
- 01 βόμβα αντιπρωτονίων
反共主義 はんきょうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αντικομμουνισμός
反芻動物 はんすうどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 μηρυκαστικό
反露 はんろ
ουσιαστικό
- 01 αντιρωσικός
反比 はんぴ
ουσιαστικό
- 01 αντίστροφη αναλογία
反則プレー はんそくプレー
ουσιαστικό
- 01 αντικανονικό παιχνίδι, λανθασμένη κίνηση, αντικανονική κίνηση, φάουλ
反語法 はんごほう
ουσιαστικό
- 01 έκφραση νοήματος μέσω της διατύπωσης του αντιθέτου, ειρωνική έκφραση
反逆分子 はんぎゃくぶんし
ουσιαστικό
- 01 αποστάτης, ανταρτικά στοιχεία
反対陣営 はんたいじんえい
ουσιαστικό
- 01 αντίπαλη πλευρά, αντίπαλο στρατόπεδο, αντιπολίτευση
反党 はんとう
ουσιαστικό
- 01 αντικομματικός
反動形成 はんどうけいせい
ουσιαστικό
- 01 αντιδραστικός σχηματισμός