218 αποτελέσματα για «受»

受信側SS利用者 じゅしんがわエスエスりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χρήστης υποσυστήματος λήψης
受信側TS利用者 じゅしんがわティーエスりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χρήστης TS λήψης
受信側エンティティ じゅしんがわエンティティ

ουσιαστικό

  1. 01 οντότητα λήψης, δέκτης
受信側トランスポートエンティティ じゅしんがわトランスポートエンティティ

ουσιαστικό

  1. 01 οντότητα μεταφοράς λήψης
受信通知要求表示 じゅしんつうちようきゅうひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη αιτήματος ειδοποίησης λήψης
受信不能通知要求表示 じゅしんふのうつうちようきゅうひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη αιτήματος ειδοποίησης μη λήψης
受諾側 じゅだくがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά αποδοχής, αποδέκτης (χρήστης υπηρεσίας υποστήριξης)
受諾側アソシエーション制御プロトコル機械 じゅだくがわアソシエーションせいぎょプロトコルきかい

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή πρωτοκόλλου ελέγχου σύνδεσης πλευράς αποδοχής
受渡し検査 うけわたしけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος παράδοσης
受渡し試験 うけわたししけん

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμή παράδοσης
受動局 じゅどうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 παθητικός σταθμός
受動的脅威 じゅどうてききょうい

ουσιαστικό

  1. 01 παθητική απειλή
受入れ試験 うけいれしけん

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμή αποδοχής
受領システム じゅりょうシステム

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα παραλαβής
受身文 うけみぶん

ουσιαστικό

  1. 01 παθητική πρόταση
受動文 じゅどうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 παθητική πρόταση
受動輸送 じゅどうゆそう

ουσιαστικό

  1. 01 παθητική μεταφορά
受動素子 じゅどうそし

ουσιαστικό

  1. 01 παθητικό στοιχείο, παθητικό εξάρτημα
受嘱 じゅしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπιστεύομαι (κάτι σε κάποιον), αναθέτω
受払い金 うけはらいきん

ουσιαστικό

  1. 01 εισπράξεις και πληρωμές, έσοδα και έξοδα