165 αποτελέσματα για «可»

可約 かやく

επίθετο

  1. 01 αναγώγιμος (π.χ. κλάσμα, πολυώνυμο)
可融性 かゆうせい

ουσιαστικό

  1. 01 τηξιμότητα (στη μεταλλουργία)
可撓性 かとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ευλυγισία, ελαστικότητα
可鋳性 かちゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 χυτευσιμότητα (στη μεταλλουργία)
  1. 01 δυνατός
  2. 02 αποδεκτός
  3. 03 έγκριση