260 αποτελέσματα για «回»

回遊性 かいゆうせい

ουσιαστικό

  1. 01 προσπελασιμότητα, ευκολία μετακίνησης
  2. 02 συμπεριφορά κοπαδιού (στα ψάρια)
回転儀 かいてんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γυροσκόπιο
回線業者 かいせんぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, οργανισμός τηλεπικοινωνιών
回る もとおる

ρήμα

  1. 01 περιπλανιέμαι
回送店 かいそうてん

ουσιαστικό

  1. 01 πράκτορας μεταφορών
回線制御規則 かいせんせいぎょきそく

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνας ελέγχου γραμμής
回転信用払い かいてんしんようばらい

ουσιαστικό

  1. 01 κυλιόμενη πίστωση, κυλιόμενη πληρωμή
回し金 まわしがね

ουσιαστικό

  1. 01 πείρος τόρνου
回漕業 かいそうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτιλιακή επιχείρηση, επιχείρηση θαλάσσιων μεταφορών
回転勘定 かいてんかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυλιόμενος λογαριασμός
回転資金 かいてんしきん

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορούν κεφάλαιο
回路遮断機 かいろしゃだんき

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλειοδιακόπτης
回線交換 かいせんこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταγωγή κυκλώματος
回線負荷 かいせんふか

ουσιαστικό

  1. 01 φορτίο κυκλώματος
回議 かいぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβούλευση μέσω εγκυκλίου
回折領域 かいせつりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή περίθλασης
回折損 かいせつそん

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια λόγω περίθλασης
回転異性体 かいてんいせいたい

ουσιαστικό

  1. 01 περιστροφικό ισομερές
回転磁場 かいてんじば

ουσιαστικό

  1. 01 περιστρεφόμενο μαγνητικό πεδίο
回転対称 かいてんたいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιστροφική συμμετρία