588 αποτελέσματα για «地»

地震計 じしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμογράφος, σεισμόμετρο
地下足袋 じかたび

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιακά τάμπι, υποδήματα από χοντρό ύφασμα με διαχωρισμό στο μεγάλο δάχτυλο και λαστιχένια σόλα
地租 ちそ

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος γης
地雷原 じらいげん

ουσιαστικό

  1. 01 ναρκοπέδιο
地下活動 ちかかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη δράση, υπόγειες δραστηριότητες, υπόγειο κίνημα
地デジ ちデジ

ουσιαστικό

  1. 01 επίγεια ψηφιακή τηλεοπτική μετάδοση
地方局 ちほうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικός ραδιοτηλεοπτικός σταθμός
地政学的 ちせいがくてき

επίθετο

  1. 01 γεωπολιτικός, γεωστρατηγικός
地方創生 ちほうそうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αναζωογόνηση της υπαίθρου
地域振興 ちいきしんこう

ουσιαστικό

  1. 01 προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης, ενθάρρυνση της τοπικής ανάπτυξης
地に足の着いた ちにあしのついた

άλλο

  1. 01 ρεαλιστικός, πρακτικός, προσγειωμένος
地獄の沙汰も金次第 じごくのさたもかねしだい

άλλο

  1. 01 το χρήμα μιλάει, το χρήμα είναι το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες, το χρήμα είναι ο καλύτερος δικηγόρος στην κόλαση, ακόμα και η ετυμηγορία της κόλασης εξαρτάται από το χρήμα
地熱発電 ちねつはつでん

ουσιαστικό

  1. 01 γεωθερμική ηλεκτροπαραγωγή
地誌 ちし

ουσιαστικό

  1. 01 τοπογραφία, γεωγραφική περιγραφή
地物 ちぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 γεωγραφικό στοιχείο (φυσικό ή τεχνητό), αντικείμενο, οντότητα
  2. 02 επίγειο αντικείμενο (που παρέχει κάλυψη ή απόκρυψη)
地位を高める ちいをたかめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανυψώνω τη θέση κάποιου, ανεβάζω το κύρος κάποιου
地取り じどり

ουσιαστικό

  1. 01 χωροθέτηση (π.χ. κάτοψη, κήπος), διάταξη
  2. 02 κατάληψη χώρου, απόκτηση γης, κέρδος εδάφους
  3. 03 προπόνηση που γίνεται στον δικό του στάβλο
  4. 04 αστυνομική έρευνα πεδίου
地鎮祭 じちんさい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή καθαγιασμού οικοπέδου (πριν από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών), τελετή θεμελίωσης
地方色 ちほうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό χρώμα, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας περιοχής
地下鉄サリン事件 ちかてつサリンじけん

ουσιαστικό

  1. 01 τρομοκρατική επίθεση με αέριο σαρίν στο μετρό του Τόκιο (20 Μαρτίου 1995)