233 αποτελέσματα για «安»
安南語 アンナンご
ουσιαστικό
- 01 ανναμικά (γλώσσα), βιετναμικά
安息香酸ナトリウム あんそくこうさんナトリウム
ουσιαστικό
- 01 βενζοϊκό νάτριο
安全保護 あんぜんほご
ουσιαστικό
- 01 ασφάλεια
安定株主 あんていかぶぬし
ουσιαστικό
- 01 σταθερός μέτοχος
安車 あんしゃ
ουσιαστικό
- 01 αμαξίδιο για ηλικιωμένους και γυναίκες στην αρχαία Κίνα
安全ガラス あんぜんガラス
ουσιαστικό
- 01 γυαλί ασφαλείας
安地 あんち
ουσιαστικό
- 01 ασφαλής περιοχή (όπου ο παίκτης είναι προστατευμένος από εχθρικές επιθέσεις), ζώνη ασφαλείας
安定陸塊 あんていりくかい
ουσιαστικό
- 01 σταθερή ηπειρωτική μάζα
安壜 やすびん
ουσιαστικό
- 01 φθηνό μπουκάλι (π.χ. αλκοόλ)
安全マッチ あんぜんマッチ
ουσιαστικό
- 01 σπίρτα ασφαλείας
安本丹 あんぽんたん
ουσιαστικό
- 01 ανόητος, χαζός
安全網 あんぜんもう
ουσιαστικό
- 01 δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας
安母尼亜 アンモニア
ουσιαστικό
- 01 αμμωνία
安全期 あんぜんき
ουσιαστικό
- 01 ασφαλής περίοδος (γόνιμη περίοδος κατά την οποία η σύλληψη είναι λιγότερο πιθανή)
安定恐慌 あんていきょうこう
ουσιαστικό
- 01 κρίση σταθεροποίησης
安定操作 あんていそうさ
ουσιαστικό
- 01 σταθεροποιητική χρηματιστηριακή συναλλαγή
安定した あんていした
άλλο
- 01 σταθερός, ισορροπημένος, ήρεμος, ακλόνητος
安く やすく
επίρρημα
- 01 φθηνά, οικονομικά
安全衛生教育 あんぜんえいせいきょういく
ουσιαστικό
- 01 εκπαίδευση για την ασφάλεια και την υγεία
安全標識 あんぜんひょうしき
ουσιαστικό
- 01 σήμα ασφαλείας