431 αποτελέσματα για «実»

実意 じつい

ουσιαστικό

  1. 01 ειλικρίνεια, ειλικρινείς προθέσεις
実存主義 じつぞんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υπαρξισμός
実力次第 じつりょくしだい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλογα με τις ικανότητες κάποιου, αν κάποιος είναι αρκετά ικανός (εύστοχος, ταλαντούχος)
実力試験 じつりょくしけん

ουσιαστικό

  1. 01 τεστ ικανοτήτων
実務家 じつむか

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματίας
  2. 02 ικανός επαγγελματίας, έμπειρος επιχειρηματίας
実りの秋 みのりのあき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φθινόπωρο, η εποχή της συγκομιδής
実用本位 じつようほんい

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματισμός, λειτουργικότητα, πρακτικότητα, προσανατολισμός στην πρακτική χρησιμότητα
実験者 じっけんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πειραματιστής, ερευνητής
実否 じっぴ

ουσιαστικό

  1. 01 αν κάτι είναι αληθές ή ψευδές
実の じつの

άλλο

  1. 01 πραγματικός, αληθινός
  2. 02 βιολογικός, εξ αίματος (για γονείς κ.λπ.)
実用主義 じつようしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματισμός
実利主義 じつりしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ωφελιμισμός
実行時 じっこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος εκτέλεσης, διάρκεια εκτέλεσης
実が入る みがはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ωριμάζω
  2. 02 καταβάλλω κάθε προσπάθεια, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου
実行ファイル じっこうファイル

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελέσιμο αρχείο
実検 じっけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, επιθεώρηση
実しやか まことしやか

επίθετο

  1. 01 αληθοφανής, πιστευτός (π.χ. για ψέμα), απατηλός, που φαίνεται αληθινός
実力伯仲 じつりょくはくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 έχω ίση δύναμη, είμαι ισοδύναμος σε ικανότητα (αναφερόμενο στις δύο πλευρές)
実践者 じっせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκούμενος, επαγγελματίας, αυτός που εφαρμόζει στην πράξη
実り多い みのりおおい

επίθετο

  1. 01 καρποφόρος, αποδοτικός
  2. 02 επιτυχημένος